<?xml version='1.0' encoding='utf-8'?><rss version='2.0' xmlns:atom='http://www.w3.org/2005/Atom'><channel><atom:link href='https://eclass.sch.gr/modules/announcements/rss.php?c=3701046161' rel='self' type='application/rss+xml' /><title>Ανακοινώσεις μαθήματος ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Γ&#039; ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ (Γ1)</title><link>https://eclass.sch.gr/courses/3701046161/</link><description>Ανακοινώσεις</description><lastBuildDate>Sat, 13 Sep 2025 17:55:45 +0300</lastBuildDate><language>el</language><item><title>Περίοδοι Ν. Λογοτεχνίας</title><link>https://eclass.sch.gr/modules/announcements/index.php?an_id=673292&amp;course=3701046161</link><description>&lt;div class="card-header border-0 d-flex justify-content-between align-items-center"&gt;
&lt;h3&gt;Περίοδοι Ν. Λογοτεχνίας&lt;/h3&gt;
&lt;/div&gt;
&lt;div class="card-body"&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Περίοδοι Ν. Λογοτεχνίας&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt; Η Βυζαντινή κληρονομιά (Υστεροβυζαντινή περίοδος) (1000-1204)&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;Η περίοδος της Φραγκοκρατίας (1204-1453)&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;Η Προεπαναστατική περίοδος (1453-1821)&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;Από την Άλωση της Πόλης μέχρι την κατάληψη της Κρήτης από τους Τούρκους (1453-1669)&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;Από την πτώση της Κρήτης μέχρι την Επανάσταση (1669-1821)&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;Το δημοτικό τραγούδι&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;Η Νεοελληνική Λογοτεχνία μετά τον Αγώνα και μέχρι τη Γενιά του 1880 (1821-1880)&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;Η νεότερη περίοδος της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας (1880-1930)&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;Η Νέα Αθηναϊκή Σχολή και η ηθογραφία (1880-1922)&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;Η ποίηση μέχρι το 1930&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;Η Γενιά του Τριάντα&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;Η μεταπολεμική Νεοελληνική Λογοτεχνία (1945-1967)&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;Η λογοτεχνική παραγωγή στην Ελλάδα μέχρι το τέλος του 20ού αιώνα&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Η ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;(Υστεροβυζαντινή περίοδος) (1000-1204)&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;Το έπος Βασίλειος Διγενής Ακρίτας αποτελεί το πρώτο γραπτό κείμενο της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Το επικό αυτό ποίημα απορρέει από τα ακριτικά δημοτικά τραγούδια του ίδιου επικού κύκλου. Ακολουθούν τα Προδρομικά ποιήματα και ο Σπανέας.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt; &lt;/span&gt;&lt;strong&gt;Η ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΤΗΣ ΦΡΑΓΚΟΚΡΑΤΙΑΣ (1204-1453)&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;Την εποχή αυτή έρχονται σε επαφή ο δυτικός με το βυζαντινό πολιτισμό. Στο πλαίσιο αυτό γράφονται το Χρονικόν του Μορέως, έμμετρα μυθιστορήματα και Διηγήσεις για ζώα και πουλιά. Τα κείμενα αυτά γράφονται στη δημώδη γλώσσα, έχουν λαϊκό χαρακτήρα και συνδυάζουν το ακριτικό με το ιπποτικό πνεύμα. Η περίοδος της Φραγκοκρατίας αρχίζει με την Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους (1204) και τελειώνει με την Άλωση της Κωσταντινούπολης από τους Τούρκους (1453). &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt; Η ΠΡΟΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ (1453-1821)&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;Στην Κρήτη, μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης (1453) και μέχρι την κατάληψη του νησιού από τους Τούρκους (1669), παρουσιάζεται μεγάλη πνευματική ανάπτυξη με άνθηση της λογοτεχνίας και κυρίως του Θεάτρου. Οι δημιουργοί επηρεάζονται από την ευρωπαϊκή Αναγέννηση. Αριστούργημα της Κρητικής Αναγέννησης είναι ο Ερωτόκριτος του Βιτσέντζου Κορνάρου. Άλλο σημαντικό έργο είναι η Ερωφίλη του Γεωργίου Χορτάτζη.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt; &lt;/span&gt;&lt;strong&gt;ΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;Τα δημοτικά τραγούδια αποτελούν δημιουργήματα της λαϊκής ποίησης και συνδέονται με τη μουσική και το χορό. Διακρίνονται για την τολμηρή σύλληψη του θέματος, την παραστατικότητα, την πλαστικότητα των εικόνων και τη λιτότητα του λόγου.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;ol&gt;
&lt;li&gt;&lt;span&gt;Είναι γνωστό ότι σε όλες τις λογοτεχνίες αναπτύσσεται πρώτα η λαϊκή ποίηση (δημοτικά τραγούδια) και γενικότερα ο προφορικός λαϊκός λόγος (τραγούδια, παροιμίες, παραδόσεις, μύθοι, παραμύθια), ο οποίος εκφράζει την ψυχή του λαού. Η προσωπική ποίηση και η πεζογραφία ακολουθούν.&lt;/span&gt;&lt;/li&gt;
&lt;/ol&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;Η δημοτική ποίηση ανήκει στην προφορική λογοτεχνία, είναι δηλαδή μέρος του προφορικού πολιτισμού. Η προφορική λογοτεχνία είναι ομαδική (εκφράζει τη συνείδηση της κοινότητας), παραδοσιακή (συντηρεί, αναπαράγει και αναμεταδίδει) και αυθόρμητη. Αυτοσχέδιοι στιχουργοί συνέθεταν τραγούδια που στη συνέχεια διαδίδονταν προφορικά. Για το λόγο αυτόν τα δημοτικά τραγούδια δε διασώζονται σε μία μόνο μορφή, αλλά σε πολλές παραλλαγές ανάλογα με τον τόπο, διαφορετικές δηλαδή μορφές του ίδιου τραγουδιού.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt; &lt;/span&gt;&lt;strong&gt;Η ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΑΓΩΝΑ ΚΑΙ ΜΕΧΡΙ ΤΗ ΓΕΝΙΑ ΤΟΥ 1880 (1821-1880)&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;Τα Απομνημονεύματα των αγωνιστών του '21 αποτελούν έμμεσες πηγές για την Επανάσταση. Την εποχή αυτή υπάρχουν παράλληλα δύο Σχολές: Η Επτανησιακή Σχολή με ηγέτη το Διονύσιο Σολωμό και η Ρομαντική Σχολή των Αθηνών. Η πρώτη χρησιμοποιεί ως γλωσσικό όργανο τη γλώσσα του λαού και η δεύτερη την καθαρεύουσα. Και οι δύο δέχονται την επίδραση του ρομαντισμού.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Η ΝΕΟΤΕΡΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΤΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ (1880-1930)&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;Οι αλλαγές στην εθνική, πολιτική και κοινωνική ζωή της Ελλάδας επηρεάζουν την πνευματική ζωή. Η ποίηση, που τώρα πια έχει απελευθερωθεί από την καθαρεύουσα και το ρομαντισμό, επηρεάζεται από νέα λογοτεχνικά ρεύματα: τον παρνασσισμό και το συμβολισμό. Ηγέτης της Νέας Αθηναϊκής Σχολής είναι ο Κωστής Παλαμάς. Την ίδια εποχή σημαντικοί ποιητές είναι ο Κ. Π. Καβάφης, ο Άγγελος Σικελιανός, ο Κ. Βάρναλης. Οι πεζογράφοι στρέφονται από το μυθιστόρημα στο ηθογραφικό διήγημα. Η λαογραφία επηρεάζει τις θεματικές επιλογές τους και το ρεύμα του ρεαλισμού τον τρόπο γραφής.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Η ΓΕΝΙΑ ΤΟΥ ΤΡΙΑΝΤΑ&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;Η Γενιά του Τριάντα δημιούργησε μέσα σε ένα πνευματικό κλίμα που το χαρακτηρίζει από τη μια η ανανέωση της ποίησης και από την άλλη οι αναζητήσεις στο χώρο της πεζογραφίας. Τα ρεύματα του υπερρεαλισμού και του μοντερνισμού επηρεάζουν τους λογοτέχνες της περιόδου, ενώ κάποιοι πεζογράφοι εξακολουθούν να χρησιμοποιούν το ρεαλισμό. Οι ποιητές υιοθετούν τον ελεύθερο στίχο και οι πεζογράφοι εγκαταλείπουν το διήγημα και καλλιεργούν το μυθιστόρημα. Μεγάλοι ποιητές της περιόδου αναδείχθηκαν ο Γιώργος Σεφέρης, ο Οδυσσέας Ελύτης, ο Γιάννης Ρίτσος κ.ά., ενώ σπουδαίοι πεζογράφοι ο Μυριβήλης, ο Θεοτοκάς, ο Πολίτης, ο Καραγάτσης, ο Τερζάκης.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt; &lt;/span&gt;&lt;strong&gt;Η ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ (1945-1967)&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;Η λογοτεχνία συμπορεύεται με την Ιστορία. Η «σκληρή δεκαετία» (1940-1950) σημαδεύει την ποίηση και την πεζογραφία. Οι ποιητές ζουν στη σκιά των πολιτικών γεγονότων, διαβάζουν τους νεοτερικούς ποιητές του Μεσοπολέμου και δεν έχουν ψευδαισθήσεις και οράματα. Οι «κοινωνικοί» ποιητές αξιοποιούν τους μοντερνιστικούς πειραματισμούς. Σημαντικοί ποιητές της εποχής είναι ο Μανόλης Αναγνωστάκης, ο Τίτος Πατρίκιος, ο Άρης Αλεξάνδρου κ.ά. Την περίοδο αυτή εξετάζουμε και την ξεχωριστή περίπτωση του συγγραφέα Νίκου Καζαντζάκη.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt; &lt;/span&gt;&lt;strong&gt;Η ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ 20ού ΑΙΩΝΑ&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Η λογοτεχνική δεκαετία του 1960 (Δεύτερη Μεταπολεμική Γενιά)&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;Η περίοδος χαρακτηρίζεται από πολιτική αστάθεια και μεταβατικότητα. Τα ιστορικά γεγονότα συνεχίζουν να σημαδεύουν τη λογοτεχνία. Η σκιά της Πρώτης Μεταπολεμικής Γενιάς είναι ακόμη έντονη. Παράλληλα όμως οι λογοτέχνες διαφοροποιούνται μέσα από την αμφισβήτηση. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν η Κική Δημουλά, ο Ντίνος Χριστιανόπουλος, ο Μένης Κουμανταρέας κ.ά.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt; &lt;/span&gt;&lt;strong&gt;[ Πηγές:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Γ΄ Γυμνασίου, ΙΕΠ, "Διόφαντος"&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;Εισαγωγή στην Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Α', Β', Γ' Γυμνασίου, ΙΕΠ, "Διόφαντος"&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;http://ebooks.edu.gr / &lt;/span&gt;&lt;strong&gt;]&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt; &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;/div&gt;</description><pubDate>Sat, 13 Sep 2025 17:55:45 +0300</pubDate><guid isPermaLink='false'>Sat, 13 Sep 2025 17:55:45 +0300673292</guid></item><item><title>ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ</title><link>https://eclass.sch.gr/modules/announcements/index.php?an_id=673291&amp;course=3701046161</link><description>&lt;div class="card-header border-0 d-flex justify-content-between align-items-center"&gt;
&lt;h3&gt;ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ&lt;/h3&gt;
&lt;/div&gt;
&lt;div class="card-body"&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;**&lt;span&gt; &lt;/span&gt;&lt;/strong&gt;&lt;strong&gt;ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;ol&gt;
&lt;li&gt;&lt;span&gt;Η ανωνυμία του δημιουργού.&lt;/span&gt;&lt;/li&gt;
&lt;li&gt;&lt;span&gt;Η απροσδιοριστία του ακριβούς τόπου και χρόνου σύνθεσης.&lt;/span&gt;&lt;/li&gt;
&lt;li&gt;&lt;span&gt;Το δημοτικό τραγούδι ακολουθεί τα τοπικά γλωσσικά ιδιώματα.&lt;/span&gt;&lt;/li&gt;
&lt;li&gt;&lt;span&gt;Ο λαϊκός ψυχισμός, το συλλογικό αίσθημα απέναντι στη ζωή.&lt;/span&gt;&lt;/li&gt;
&lt;li&gt;&lt;span&gt;5. Οι παραλλαγές του ίδιου τραγουδιού κατά τόπους.&lt;/span&gt;&lt;/li&gt;
&lt;li&gt;&lt;span&gt;Το ζωντανό ύφος και η ρεαλιστική περιγραφή.&lt;/span&gt;&lt;/li&gt;
&lt;/ol&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Τεχνικά χαρακτηριστικά:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;ol&gt;
&lt;li&gt;&lt;span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span&gt;Μέτρο ιαμβικό, στίχος δεκαπεντασύλλαβος&lt;/span&gt;&lt;span&gt; που χωρίζεται σε δύο ημιστίχια (8+7 συλλαβές).Στο ιαμβικό μέτρο χωρίζουμε ανά δύο συλλαβές, από τις οποίες τονίζεται η δεύτερη, π.χ. Σαρά-ντα πέ- ντε μά- στοροι- \κι εξή-ντα μα-θητά-δες –Ο στίχος είναι ιαμβικός (λόγω μέτρου), δεκαπεντασύλλαβος (λόγω αριθμού συλλαβών), παροξύτονος (ο τόνος της τελευταίας λέξης στην παραλήγουσα) και χωρισμένος σε δύο ημιστίχια.&lt;/span&gt;&lt;/li&gt;
&lt;li&gt;&lt;span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span&gt;Έλλειψη ομοιοκαταληξίας&lt;/span&gt;&lt;span&gt;.&lt;/span&gt;&lt;/li&gt;
&lt;li&gt;&lt;span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span&gt;Η αρχή της ισομετρίας&lt;/span&gt;&lt;span&gt;: Κάθε στίχος ( ή δίστιχο ή ημιστίχιο) εκφράζει ένα πλήρες και ολοκληρωμένο νόημα. Άρα, δεν υπάρχει διασκελισμός.&lt;/span&gt;&lt;/li&gt;
&lt;li&gt;&lt;span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span&gt;Γλώσσα ζωντανή και παραστατική, λόγος λιτός και πυκνό&lt;/span&gt;&lt;span&gt;ς, κυριαρχία ρήματος και ουσιαστικού.&lt;/span&gt;&lt;/li&gt;
&lt;li&gt;&lt;span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span&gt;Ο νόμος των τριών&lt;/span&gt;&lt;span&gt;: Αναφέρονται τρία πράγματα-πρόσωπα- έννοιες, από τα οποία συνήθως δίνεται έμφαση στο τρίτο.&lt;/span&gt;&lt;/li&gt;
&lt;li&gt;&lt;span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span&gt;Τα άστοχα ή άσκοπα ερωτήματα&lt;/span&gt;&lt;span&gt; (προωθούν την εξέλιξη της ποιητικής αφήγησης και κορυφώνουν την ποιητική ένταση), π.χ. "Αχός βαρύς ακούγεται, πολλά τουφέκια πέφτουν.&lt;/span&gt;&lt;/li&gt;
&lt;/ol&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;Μήνα σε γάμο ρίχνονται, μήνα σε χαροκόπι;".&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;ol start="7"&gt;
&lt;li&gt;&lt;span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span&gt;Σταθεροί εκφραστικοί τρόποι (μοτίβα&lt;/span&gt;&lt;span&gt;). Στίχοι ή φράσεις ή θέματα που επαναλαμβάνονται σε πολλά δημοτικά τραγούδια, π.χ. ο γυρισμός του ξενιτεμένου.&lt;/span&gt;&lt;/li&gt;
&lt;li&gt;&lt;span&gt;Τα άψυχα συμπεριφέρονται ως ανθρώπινες οντότητες (&lt;/span&gt;&lt;span&gt;προσωποποίηση&lt;/span&gt;&lt;span&gt;).&lt;/span&gt;&lt;/li&gt;
&lt;li&gt;&lt;span&gt;Συμβατικά πρόσωπα. π.χ. τα πουλιά που λειτουργούν ως μαντατοφόροι (μοτίβο).&lt;/span&gt;&lt;/li&gt;
&lt;li&gt;&lt;span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span&gt;Σχήματα λόγου&lt;/span&gt;&lt;span&gt; (υπερβολές, αντιθέσεις, προσωποποιήσεις, μεταφορές, επαναλήψεις).&lt;/span&gt;&lt;/li&gt;
&lt;li&gt;&lt;span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span&gt;Χρήση συμβολικών αριθμών&lt;/span&gt;&lt;span&gt;, συνήθως του τρία και των πολλαπλάσιών του ή του επτά.&lt;/span&gt;&lt;/li&gt;
&lt;li&gt;&lt;span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span&gt;Το σχήμα του αδυνάτου&lt;/span&gt;&lt;span&gt;, π.χ. "Αν τρέμουν τ' άγρια βουνά, να τρέμει το γιοφύρι.&lt;/span&gt;&lt;/li&gt;
&lt;/ol&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;Κι αν πέφτουν τ'άγρια πουλιά, να πέφτουν οι διαβάτες".&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;ol start="13"&gt;
&lt;li&gt;&lt;span&gt;Παραλείπεται το περιττό ή ό,τι εννοείται εύκολα - &lt;/span&gt;&lt;span&gt;γοργή εξέλιξη/δράση&lt;/span&gt;&lt;span&gt;.&lt;/span&gt;&lt;/li&gt;
&lt;li&gt;&lt;span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span&gt;Χρήση ευθέος λόγου και διαλόγου&lt;/span&gt;&lt;span&gt; - ζωντάνια / αμεσότητα / παραστατικότητα.&lt;/span&gt;&lt;/li&gt;
&lt;/ol&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Παραλογές:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;Είναι &lt;/span&gt;&lt;span&gt;πολύστιχα αφηγηματικά δημοτικά τραγούδια,&lt;/span&gt;&lt;span&gt; που ε&lt;/span&gt;&lt;span&gt;ξιστορούν δραματικές κυρίως περιπέτειες της ζωής, πραγματικές ή φανταστικές&lt;/span&gt;&lt;span&gt;, και&lt;/span&gt;&lt;span&gt; βασίζονται σε θρύλους&lt;/span&gt;&lt;span&gt;, δεισιδαιμονίες και παραδόσεις. Πάντως, το ιδιαίτερο γνώρισμα που χαρακτηρίζει τις παραλογές είναι το &lt;/span&gt;&lt;span&gt;παραμυθικό στοιχείο&lt;/span&gt;&lt;span&gt;, εφόσον βασίζονται σε πλαστές διηγήσεις, όπως στο θρύλο της αναγκαιότητας της θυσίας ενός ζωντανού πλάσματος για τη θεμελίωση κάποιου κτίσματος. Επιπλέον, έχουν &lt;/span&gt;&lt;span&gt;επικό χαρακτήρα (δράση/περιπέτεια&lt;/span&gt;&lt;span&gt;) ,&lt;/span&gt;&lt;span&gt; δραματική ένταση&lt;/span&gt;&lt;span&gt; και &lt;/span&gt;&lt;span&gt;τραγικό τέλος&lt;/span&gt;&lt;span&gt; (π.χ. η θυσία της γυναίκας του πρωτομάστορα). Είχαν μεγάλη διάδοση σε όλους τους βαλκανικούς λαούς.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;[ Πηγές:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Γ΄ Γυμνασίου, ΙΕΠ, "Διόφαντος"&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;Εισαγωγή στην Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Α', Β', Γ' Γυμνασίου, ΙΕΠ, "Διόφαντος"&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Α' Τεύχος, Α' Γενικού Λυκείου, ΙΕΠ, Διόφαντος&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;http://ebooks.edu.gr / https://blogs. sch.gr / http://users.sch.gr/&lt;/span&gt;&lt;strong&gt;&lt;span&gt; &lt;/span&gt;]&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;/div&gt;</description><pubDate>Sat, 13 Sep 2025 17:55:00 +0300</pubDate><guid isPermaLink='false'>Sat, 13 Sep 2025 17:55:00 +0300673291</guid></item><item><title>ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ - ΜΟΝΤΕΡΝΑ ΠΟΙΗΣΗ</title><link>https://eclass.sch.gr/modules/announcements/index.php?an_id=673290&amp;course=3701046161</link><description>&lt;div class="card-header border-0 d-flex justify-content-between align-items-center"&gt;
&lt;h3&gt;ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ - ΜΟΝΤΕΡΝΑ ΠΟΙΗΣΗ&lt;/h3&gt;
&lt;/div&gt;
&lt;div class="card-body"&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt; ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ -  ΜΟΝΤΕΡΝΑ ΠΟΙΗΣΗ&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;Στην παραδοσιακή ποίηση υπάρχει πάντοτε ο ίδιος αριθμός στίχων σε κάθε στροφή, οι οποίοι έχουν συγκεκριμένο αριθμό συλλαβών και είναι μεταξύ τους ομοιοκατάληκτοι. Κάθε στίχος ( ή ημιστίχιο ή δίστιχο) έχει πλήρες νόημα, οπότε δεν υπάρχει διασκελισμός (αρχή της ισομετρίας). Ο λόγος είναι προσεγμένος. Χρησιμοποιείται ποιητικό λεξιλόγιο, καθώς δε γίνεται χρήση καθημερινών/αντιποιητικών λέξεων, λείπει καθετί που παραπέμπει στον πεζό λόγο, ενώ το ποίημα βρίθει σχημάτων λόγου. Επιπρόσθετα, ο τρόπος που παρουσιάζονται τα νοήματα είναι σαφής, ενώ το θέμα είναι άμεσα συνυφασμένο με τον δηλωτικό τίτλο του ποιήματος. Η χρήση των σημείων στίξης είναι αυστηρή, όπως και του μέτρου. Υπάρχει λυρικότητα στο λόγο. Μόνο τα δημοτικά τραγούδια δεν έχουν ομοιοκαταληξία!&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΜΟΝΤΕΡΝΑΣ ΠΟΙΗΣΗΣ&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;Στον αντίποδα, η μοντέρνα ποίηση έχει ως βασικό χαρακτηριστικό την αμφισβήτηση κάθε κανόνα. Ο στίχος είναι ελεύθερος, ενώ δεν υπάρχει η ομοιοκαταληξία, το μέτρο, ο ορισμένος αριθμός συλλαβών.Υπάρχει διασκελισμός, δηλαδή το νόημα του στίχου ολοκληρώνεται στους επόμενους. Ο λόγος είναι πεζολογικός (χρήση καθημερινού/απλού λεξιλογίου) και οι λέξεις συνδυάζονται μεταξύ τους με πρωτοτυπία, καθώς ορισμένες είναι φαινομενικά αταίριαστες. Οι φράσεις γίνονται πολύσημες κι ελλειπτικές. Συχνά καταργείται κάθε λογική αλληλουχία, ενώ το κεντρικό θέμα υποκρύπτεται ή υπονοείται και ο αναγνώστης πρέπει να το ανακαλύψει μόνος του. Η λυρικότητα της παραδοσιακής ποίησης απουσιάζει και δίνεται έμφαση στη δραματικότητα. Για το σκοπό αυτό επιστρατεύονται τολμηρές μεταφορές και εικόνες. Η στίξη γίνεται χαλαρή ή δεν υφίσταται καθόλου. Όσον αφορά στον τίτλο, συχνά γίνεται προβληματικός, καθώς ουσιαστικά είναι νοηματικά ανενεργός ή κρυπτικός. Το φροντισμένο ύφος εκλείπει, κυριαρχούν οι συνειρμοί.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;Σχηματικά θα μπορούσαμε να συνοψίσουμε τις διαφορές παραδοσιακής - μοντέρνας ποίησης στα ακόλουθα σημεία:&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΠΟΙΗΣΗ - ΜΟΝΤΕΡΝΑ ΠΟΙΗΣΗ&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;Έμμετρος στίχος - Ελεύθερος στίχος.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;Ομοιοκαταληξία - απουσία ομοιοκαταληξίας.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;Χωρισμός σε στροφές, με ίσο αριθμό στίχων &amp;amp; συλλαβών - Ανομοιομορφία στροφών, στίχων &amp;amp; συλλαβών.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;Αρχή της ισομετρίας - Διασκελισμός.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;Στίχος προσεγμένος &amp;amp; στολισμένος, «ποιητικές» λέξεις - Στίχος λιτός, «καθημερινές/ αντιποιητικές» λέξεις.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;Στίξη κανονική - Απουσία στίξης ή ακανόνιστη στίξη.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;Διατήρηση νοήματος των λέξεων - Πολυσημία των λέξεων.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;Λογική ανάπτυξη του θέματος / αλληλουχία νοημάτων - Υποδήλωση / υπαινικτικός λόγος.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;Τίτλος δηλωτικός - Τίτλος κρυπτικός.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt; &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;[Πηγές:&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Γ΄ Γυμνασίου, ΙΕΠ, "Διόφαντος"&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;Εισαγωγή στην Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Α', Β', Γ' Γυμνασίου, ΙΕΠ, "Διόφαντος"&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;a href="http://ebooks.edu.gr/"&gt;&lt;span&gt;http://ebooks.edu.gr&lt;/span&gt;&lt;/a&gt;&lt;span&gt; /&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;a href="https://latistor.blogspot.com/"&gt;&lt;span&gt;https://latistor.blogspot.com&lt;/span&gt;&lt;/a&gt;&lt;span&gt; /&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;a href="https://filologika.gr/"&gt;&lt;span&gt;https://filologika.gr&lt;/span&gt;&lt;/a&gt;&lt;span&gt; /&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;a href="https://www.schooltime.gr/"&gt;&lt;span&gt;https://www.schooltime.gr&lt;/span&gt;&lt;/a&gt;&lt;span&gt; / ]&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Το Μονόγραμμα του Οδυσσέα Ελύτη (απόσπασμα)&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;Σ’ αγαπάω μ’ ακούς;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;Κλαίω, πως αλλιώς, αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;κλαίω για τα χρόνια που έρχονται χωρίς εμάς&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;και τραγουδάω για τα αλλά που πέρασαν, εάν είναι αλήθεια.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;Για τα «πίστεψέ με» και τα «μη.»&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;Μια στον αέρα μια στη μουσική,&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;εάν αυτά είναι αλήθεια τραγουδάω&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;κλαίω για το σώμα πού άγγιξα και είδα τον κόσμο.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;Έτσι μιλώ για σένα και για μένα..&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;Επειδή σ’ αγαπάω και στην αγάπη&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;ξέρω να μπαίνω σαν πανσέληνος&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;από παντού, για σένα&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;μέσα στα σεντόνια, να μαδάω λουλούδια κι έχω τη δύναμη.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;Αποκοιμισμένο, να φυσάω να σε πηγαίνω παντού,&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;σ’ έχουν ακούσει τα κύματα πως χαϊδεύεις,&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;πως φιλάς, πως λες ψιθυριστά το «τι» και το «ε.»&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;Πάντα εμείς το φως κι η σκιά.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;Πάντα εσύ τ’ αστεράκι και πάντα εγώ το σκοτάδι,&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;πάντα εσύ το πέτρινο άγαλμα και πάντα εγώ η σκιά πού μεγαλώνει.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;Το κλειστό παντζούρι εσύ, ο αέρας πού το ανοίγει εγώ.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;Επειδή σ’ αγαπάω και σ’ αγαπάω.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;Πάντα εσύ το νόμισμα και εγώ η λατρεία που το εξαργυρώνει&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;τόσο η νύχτα, τόσο η βοή στον άνεμο.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;Τόσο η ελάχιστη σου αναπνοή που πια&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;δεν έχω τίποτε άλλο μες στους τέσσερις τοίχους,&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;το ταβάνι, το πάτωμα να φωνάζω από σένα&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;και να με χτυπά η φωνή μου&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;να μυρίζω από σένα και ν’ αγριεύουν οι άνθρωποι.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;Επειδή το αδοκίμαστο και το απ’ αλλού φερμένο&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;δεν τ’ αντέχουν οι άνθρωποι κι είναι νωρίς, μ’ακούς;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;Είναι νωρίς ακόμη μέσα στον κόσμο αυτόν αγάπη μου&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;να μιλώ για σένα και για μένα.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν, μ’ ακούς;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;Είμ’ εγώ, μ’ ακούς; Σ’ αγαπάω, μ’ ακούς;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;Πού μ’ αφήνεις, που πας, μ’ ακούς;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;Θα ’ρθει μέρα, μ’ ακούς; για μας, μ’ ακούς;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;Πουθενά δεν πάω, μ’ ακούς;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;Ή κανείς ή κι οι δύο μαζί, μ’ ακούς;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;το λουλούδι αυτό της καταιγίδας και μ’ ακούς;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;Της αγάπης μια για πάντα το κόψαμε&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;και δεν γίνεται ν’ ανθίσει αλλιώς, μ’ ακούς;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;Σ’ άλλη γη, σ’ άλλο αστέρι, μ’ ακούς;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;δεν υπάρχει το χώμα δεν υπάρχει ο αέρας που αγγίξαμε,&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;ο ίδιος, μ’ ακούς;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;και κανείς δεν κατάφερε από τόσον χειμώνα&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;κι από τόσους βοριάδες, μ’ ακούς;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;Νά τινάξει λουλούδι, μόνο εμείς, μ’ ακούς;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;Μες στη μέση της θάλασσας&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;από το μόνο θέλημα της αγάπης, μ ’ακούς.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί, μ’ ακούς.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;Άκου, ποιος μιλάει στα νερά και ποιος κλαίει, ακούς;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;Είμαι εγώ που φωνάζω κι είμαι εγώ που κλαίω, μ’ ακούς;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;[ ΠΗΓΕΣ:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Γ΄ Γυμνασίου, ΙΕΠ, "Διόφαντος"&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;Εισαγωγή στην Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Α', Β', Γ' Γυμνασίου, ΙΕΠ, "Διόφαντος"&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;http://ebooks.edu.gr&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;a href="https://blogs.sch.gr/"&gt;&lt;span&gt;https://blogs.sch.gr/&lt;/span&gt;&lt;/a&gt;&lt;span&gt; &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;https://www.greek-language.gr ]&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;/div&gt;</description><pubDate>Sat, 13 Sep 2025 17:54:16 +0300</pubDate><guid isPermaLink='false'>Sat, 13 Sep 2025 17:54:16 +0300673290</guid></item><item><title>ΜΕΤΡΟ - ΟΜΟΙΟΚΑΤΑΛΗΞΙΑ</title><link>https://eclass.sch.gr/modules/announcements/index.php?an_id=673289&amp;course=3701046161</link><description>&lt;div class="card-header border-0 d-flex justify-content-between align-items-center"&gt;
&lt;h3&gt;ΜΕΤΡΟ - ΟΜΟΙΟΚΑΤΑΛΗΞΙΑ&lt;/h3&gt;
&lt;/div&gt;
&lt;div class="card-body"&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;✓✓  ΜΕΤΡΟ&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;Η νεότερη ποίηση έχει ως βάση του μετρικού της συστήματος τον τόνο(η αρχαία είχε την εναλλαγή μακράς και βραχείας συλλαβής). Θεωρεί δηλαδή ως μακρά την τονισμένη συλλαβή και ως βραχεία την άτονη.Το σύστημα αυτό λέγεται και τονικό σύστημα.Η εναλλαγή τονισμένων και άτονων συλλαβών αποτελεί το μέτρο(ή πόδα). Όταν θέλουμε να συμβολίσουμε το μέτρο, χρησιμοποιούμε το _ για την τονισμένη συλλαβή και το υ για την άτονη.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;Τα μέτρα στη νεοελληνική ποίηση είναι πέντε : ο ίαμβος, ο τροχαίος, ο ανάπαιστος, ο δάκτυλος και ο αμφίβραχυς (ή μεσοτονικός).&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Α’. ΙΑΜΒΙΚΟ ΜΕΤΡΟ (ίαμβος): &lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;Περιλαμβάνει δυο συλλαβές, από τις οποίες τονίζεται η δεύτερη (υ_). Σε ιαμβικό μέτρο, π.χ., είναι γραμμένη η «Ξανθούλα» του Δ.Σολωμού:&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;"Την εί| δα την | ξανθού | λα υ_,υ_,υ_,υ&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;την εί | δα ψεςI&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;αρ γά..."υ_,υ_,υ_...&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Β’. ΤΡΟΧΑΪΚΟ ΜΕΤΡΟ (τροχαίος): &lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;Περιλαμβάνει δυο συλλαβές, που τονίζονται όμως αντίστροφα απ’ ό,τι στον ίαμβο. Δηλαδή τονισμένη είναι η πρώτη συλλαβή και άτονη η δεύτερη ( _υ ).&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;Σε τροχαϊκό μέτρο είναι γραμμένος και ο «Ύμνος εις την Ελευθερίαν» του Σολωμού:&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;"Σε γνω | ρίζω α |πό την |κόψη _υ,_υ,_υ,_υ&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;του σπα | θ|ού την | τρομε | ρή..." _υ,_υ,_υ...&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Γ. ΑΝΑΠΑΙΣΤΙΚΟ ΜΈΤΡΟ (ανάπαιστος):&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;Αποτελείται από τρεις συλλαβές, από τις οποίες τονίζεται η τελευταία, ενώ οι δυο πρώτες είναι άτονες (υυ_). ‘Σε αναπαιστικό μέτρο είναι γραμμένο το επίγραμμα του Σολωμού « Η καταστροφή των Ψαρών» :&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;"Στων Ψαρών | την ολό | μαυρη ρά | χη υυ_,υυ_,υυ_,υ&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;περπατώ | ντας η δό | ξα μονά | χη..."&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;υυ_,υυ_,υυ_,υ...&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Δ’. ΔΑΚΤΥΛΙΚΟ ΜΕΤΡΟ (δάκτυλος).&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;Εδώ, υπάρχουν τρεις συλλαβές, αλλά τονίζεται η πρώτη, ενώ οι δυο επόμενες μένουν άτονες (_υυ). Σε δακτυλικό μέτρο είναι γραμμένα τα «Χαμένα Χρόνια» τού Πολέμη:&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;"Αχ και να | γύριζαν, | να ‘ρχονταν | πίσω _υυ,_υυ,_υυ,_υ&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;τα χρόνια | που έζησα |πριν σ’ αγα | πήσω .."_υυ,_υυ,_υυ,_υ...&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Ε'.ΑΜΦΙΒΡΑΧΥΣ (μεσοτονικό μέτρο ή μεσότονος):&lt;span&gt; &lt;/span&gt;&lt;/strong&gt;&lt;span&gt;Περιλαμβάνει τρεις συλλαβές, από τις οποίες τονίζεται η μεσαία (υ_υ). Τέτοιο μέτρο βρίσκουμε στο «Μια πίκρα» του Παλαμά:&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;"Τα πρώτα | μου χρόνια | τ’ αξέχα | στα τα ‘ζη | σα υ_υ, υ_υ, υ_υ, υ_υ, υ&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;κοντά στ’ α | κρογιάλι..." | υ_υ, υ_υ...&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;✓✓  ΟΜΟΙΟΚΑΤΑΛΗΞΙΑ&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;Ομοιοκαταληξία έχουμε όταν δυο ή περισσότεροι στίχοι τελειώνουν με ομόηχες συλλαβές ή λέξεις(σχήμα ομοιοτέλευτο). Φυσικά, η ορθογραφία δεν παίζει κανένα ρόλο. Σημασία έχει μόνον ο ήχος.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;ΕΙΔΗ ΟΜΟΙΟΚΑΤΑΛΗΞΙΑΣ:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;α) ζευγαρωτή : Ο πρώτος στίχος ομοιοκαταληκτεί με τον δεύτερο, ο τρίτος με τον τέταρτο, ο πέμπτος με τον έκτο κτλ. (ααββ).&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;β) πλεχτή : μέσα σ’ ένα τετράστιχο, ο πρώτος στίχος ομοιοκαταληκτεί με τον τρίτο και ο δεύτερος με τον τέταρτο (αβαβ).&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;γ) σταυρωτή : σ'ένα τετράστιχο ομοιοκαταληκτεί ο πρώτος στίχος με τον τέταρτο και ο δεύτερος με τον τρίτο (αββα).&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;δ) ζευγαροπλεχτή : μέσα σ’ ένα εξάστιχο, ομοιοκαταληκτεί ο πρώτος στίχος με τον δεύτερο, ο τέταρτος με τον πέμπτο και ο τρίτος με τον έκτο(ααγββγ).&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;Κάποτε παρατηρούνται και παραβάσεις των αυστηρών αυτών σχημάτων, με αποτέλεσμα να δημιουργείται μια εικόνα ακανόνιστης ομοιοκαταληξίας, ελεύθερης, π.χ.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;"Το Μιχαλιό τον πήρανε&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;στρατιώτη,&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;Καμαρωτά ξεκίνησε κι&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;ωραία&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;με το Μαρή και με τον&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;Παναγιώτη.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;Δεν μπόρεσε να μάθει&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;καν το "επ'ώμου".&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;Όλο μουρμούριζε:&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;"Κυρ-Δεκανέα,&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;άσε με να γυρίσω στο&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;χωριό μου...",(Κ.Καρυωτάκης).&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt; &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;[ ΠΗΓΕΣ:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Γ΄ Γυμνασίου, ΙΕΠ, "Διόφαντος"&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;Εισαγωγή στην Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Α', Β', Γ' Γυμνασίου, ΙΕΠ, "Διόφαντος"&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;http://ebooks.edu.gr&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;a href="https://blogs.sch.gr/"&gt;&lt;span&gt;https://blogs.sch.gr/&lt;/span&gt;&lt;/a&gt;&lt;span&gt; &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;https://www.greek-language.gr ]&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;/div&gt;</description><pubDate>Sat, 13 Sep 2025 17:53:29 +0300</pubDate><guid isPermaLink='false'>Sat, 13 Sep 2025 17:53:29 +0300673289</guid></item><item><title>Αφηγηματικές τεχνικές και Αφηγηματικοί τρόποι</title><link>https://eclass.sch.gr/modules/announcements/index.php?an_id=673288&amp;course=3701046161</link><description>&lt;div class="card-header border-0 d-flex justify-content-between align-items-center"&gt;
&lt;h3&gt;Αφηγηματικές τεχνικές και Αφηγηματικοί τρόποι&lt;/h3&gt;
&lt;/div&gt;
&lt;div class="card-body"&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;** Αφηγηματικές τεχνικές και Αφηγηματικοί τρόποι&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;*Αφηγηματικές τεχνικές είναι οι ακόλουθες:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;- Το είδος του αφηγητή.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;- Η οπτική γωνία της αφήγησης.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;- Η εστίαση.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;- Ο χρόνος της αφήγησης.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;* Αφηγηματικοί τρόποι είναι οι ακόλουθοι:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;- Αφήγηση.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;- Διάλογος.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;- Περιγραφή.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;- Σχόλια.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;- Ελεύθερος πλάγιος λόγος.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;- Εσωτερικός μονόλογος.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;                                               &lt;/span&gt;&lt;strong&gt;Αναλυτικά:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;* Αφηγηματικές τεχνικές:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;-&lt;/span&gt;&lt;strong&gt;- Ο αφηγητής:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;α) &lt;/span&gt;&lt;span&gt;Με βάση τη συμμετοχή του στην ιστορία, ο αφηγητής είναι:&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;ol&gt;
&lt;li&gt;&lt;span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span&gt;Ομοδιηγητικός&lt;/span&gt;&lt;span&gt;, δηλαδή συμμετέχει στην ιστορία την οποία αφηγείται είτε ως πρωταγωνιστής (αυτοδιηγητικός αφηγητής) είτε ως παρατηρητής ή αυτόπτης μάρτυρας.&lt;/span&gt;&lt;/li&gt;
&lt;li&gt;&lt;span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span&gt;Ετεροδιηγητικός&lt;/span&gt;&lt;span&gt;, δηλαδή δεν έχει καμιά συμμετοχή στην ιστορία που αφηγείται.&lt;/span&gt;&lt;/li&gt;
&lt;/ol&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;β) &lt;/span&gt;&lt;span&gt;Ανάλογα με την οπτική γωνία, ο αφηγητής είναι:&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;ol&gt;
&lt;li&gt;&lt;span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span&gt;Παντογνώστης:&lt;/span&gt;&lt;span&gt; γνωρίζει τα πάντα, όλη την ιστορία, ακόμη και τις σκέψεις των προσώπων (γ’ ρηματικό πρόσωπο).&lt;/span&gt;&lt;/li&gt;
&lt;li&gt;&lt;span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span&gt;Παρατηρητής: &lt;/span&gt;&lt;span&gt;θεατής, πρόσωπο της ιστορίας (αυτόπτης μάρτυρας, θεατής), που συμμετέχει στη δράση (α’ ρηματικό πρόσωπο).&lt;/span&gt;&lt;/li&gt;
&lt;/ol&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;iii. &lt;/span&gt;&lt;span&gt;Πρωταγωνιστής&lt;/span&gt;&lt;span&gt;: διηγείται τη δική του ιστορία (α’ ρηματικό πρόσωπο.)&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;ή αλλιώς:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;- &lt;/span&gt;&lt;span&gt;Δραματοποιημένος&lt;/span&gt;&lt;span&gt;: βασικό ή δευτερεύον πρόσωπο της ιστορίας. Εσωτερική οπτική γωνία, πρωτοπρόσωπη αφήγηση, προσωπική περιορισμένη εμπειρία.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;- &lt;/span&gt;&lt;span&gt;Μη δραματοποιημένος&lt;/span&gt;&lt;span&gt;: έξω από την υπόθεση, είναι παντού, περιγράφει ή σχολιάζει τα πάντα (παντογνώστης, εξωτερική οπτική γωνία, τρίτο πρόσωπο).&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;-- &lt;/span&gt;&lt;strong&gt;Η οπτική γωνία:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;Αναφέρεται στην οπτική του αφηγητή απέναντι στην ιστορία, δηλαδή μέσα από τα μάτια ποιου προσώπου παρακολουθούμε τα γεγονότα. Έτσι, υπάρχει:&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;ol&gt;
&lt;li&gt;&lt;span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span&gt;Eσωτερική οπτική γωνία:&lt;/span&gt;&lt;span&gt; Την ιστορία αφηγείται ο βασικός ήρωας ή ένα δευτερεύον πρόσωπο της ιστορίας (αφηγείται μόνο όσα υποπίπτουν στην αντίληψή του).&lt;/span&gt;&lt;/li&gt;
&lt;li&gt;&lt;span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span&gt;Εξωτερική οπτική γωνία:&lt;/span&gt;&lt;span&gt; Ο αφηγητής βρίσκεται έξω από την υπόθεση και αφηγείται σε τρίτο πρόσωπο.&lt;/span&gt;&lt;/li&gt;
&lt;/ol&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;-&lt;/span&gt;&lt;strong&gt;- Η εστίαση:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;Αναφέρεται στη σχέση του αφηγητή με τα υπόλοιπα πρόσωπα της ιστορίας, την απόστασή του από αυτά, τη γνώση τους για την υπόθεση. Αυτή είναι:&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;ul&gt;
&lt;li&gt;&lt;span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span&gt;Μηδενική&lt;/span&gt;&lt;span&gt;: Ο αφηγητής ξέρει περισσότερα από ό,τι τα πρόσωπα, είναι έξω από τη δράση (παντογνώστης ή αφηγητής - θεός).&lt;/span&gt;&lt;/li&gt;
&lt;li&gt;&lt;span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span&gt;Εσωτερική&lt;/span&gt;&lt;span&gt;: Ο αφηγητής ξέρει όσα και τα πρόσωπα.&lt;/span&gt;&lt;/li&gt;
&lt;li&gt;&lt;span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span&gt;Εξωτερική&lt;/span&gt;&lt;span&gt;: Ο αφηγητής ξέρει λιγότερα από τα πρόσωπα (π.χ. στα αστυνομικά μυθιστορήματα).&lt;/span&gt;&lt;/li&gt;
&lt;/ul&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;-- &lt;/span&gt;&lt;strong&gt;Ο χρόνος της αφήγησης&lt;/strong&gt;&lt;span&gt;:&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;α) &lt;/span&gt;&lt;span&gt;Ο χρόνος της ιστορίας&lt;/span&gt;&lt;span&gt;, που συνιστά τον πραγματικό χρόνο των γεγονότων (το πότε συνέβησαν τα γεγονότα που παρουσιάζονται).&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;β)&lt;/span&gt;&lt;span&gt; Ο χρόνος της αφήγησης&lt;/span&gt;&lt;span&gt; (αφηγηματικός χρόνος), που δηλώνει τη διάρκεια των γεγονότων στη διαδικασία της αφήγησης και τη σειρά με την οποία αυτά παρουσιάζονται.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;ol&gt;
&lt;li&gt;&lt;span&gt;Ως προς τη σειρά παρουσίασης των γεγονότων ο χρόνος της αφήγησης είναι:&lt;/span&gt;&lt;/li&gt;
&lt;/ol&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;–  Ευθύγραμμος, όταν ακολουθεί τη φυσική σειρά των γεγονότων (&lt;/span&gt;&lt;span&gt;ευθύγραμμη ή γραμμική αφήγηση&lt;/span&gt;&lt;span&gt;).&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;–  &lt;/span&gt;&lt;span&gt;Με αναχρονίες&lt;/span&gt;&lt;span&gt;, όταν γίνονται ανακατατάξεις στη φυσική σειρά των γεγονότων. Έτσι, έχουμε:&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;ul&gt;
&lt;li&gt;&lt;span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span&gt;αναδρομές ή αναδρομικές αφηγήσεις&lt;/span&gt;&lt;span&gt; ή αναλήψεις (επιστροφή στο παρελθόν).&lt;/span&gt;&lt;/li&gt;
&lt;li&gt;&lt;span&gt;  &lt;/span&gt;&lt;span&gt;πρόδρομες αφηγήσεις ή προλήψεις&lt;/span&gt;&lt;span&gt; (αναφορές γεγονότων που θα συμβούν αργότερα).&lt;/span&gt;&lt;/li&gt;
&lt;/ul&gt;
&lt;ol&gt;
&lt;li&gt;&lt;span&gt;Ως προς το σημείο έναρξης της υπόθεσης: &lt;/span&gt;&lt;/li&gt;
&lt;/ol&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;- Από τη μέση της υπόθεσης: &lt;/span&gt;&lt;span&gt;in medias res &lt;/span&gt;&lt;span&gt;(στο μέσο των πραγμάτων): το νήμα της ιστορίας δεν ξετυλίγεται από την αρχή, αλλά ο αφηγητής μας μεταφέρει στο κρισιμότερο σημείο της πλοκής και έπειτα, με αναδρομή στο παρελθόν, παρουσιάζονται όσα προηγήθηκαν. Έτσι, διεγείρεται το ενδιαφέρον του αναγνώστη και η αφήγηση δεν κουράζει. &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;- &lt;/span&gt;&lt;span&gt;Εγκιβωτισμός&lt;/span&gt;&lt;span&gt;: μέσα στην κύρια αφήγηση υπάρχουν και μικρότερες δευτερεύουσες αφηγήσεις, που διακόπτουν την ομαλή ροή του χρόνου(αφήγηση μέσα στην αφήγηση).&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;- &lt;/span&gt;&lt;span&gt;Προοικονομία: &lt;/span&gt;&lt;span&gt;ο τρόπος διευθέτησης των γεγονότων και η δημιουργία κατάλληλων προϋποθέσεων, ώστε η εξέλιξη της πλοκής να είναι φυσική και λογική, αναμενόμενη για τον αναγνώστη. &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;-&lt;/span&gt;&lt;span&gt; Επαναληπτική αφήγηση&lt;/span&gt;&lt;span&gt;: γεγονότα που συνέβησαν μια φορά δίνονται αφηγηματικά περισσότερες φορές.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;ol&gt;
&lt;li&gt;&lt;span&gt;Ως προς τη διάρκεια των γεγονότων έχουμε τις τεχνικές:&lt;/span&gt;&lt;/li&gt;
&lt;/ol&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;- &lt;/span&gt;&lt;span&gt;Επιτάχυνση&lt;/span&gt;&lt;span&gt;: γεγονότα μεγάλης διάρκειας παρουσιάζονται σύντομα (π.χ. με χρήση περίληψης ή έλλειψης, δηλ. αποσιώπησης των γεγονότων).&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;- &lt;/span&gt;&lt;span&gt;Επιβράδυνση&lt;/span&gt;&lt;span&gt;: γεγονότα μικρής διάρκειας παρουσιάζονται εκτεταμένα (π.χ. με χρήση περιγραφής, παρέκβασης ή σχολίων).&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;- &lt;/span&gt;&lt;span&gt;Σκηνή&lt;/span&gt;&lt;span&gt;: ο χρόνος της αφήγησης και ο χρόνος της ιστορίας εξισώνονται (με τον διάλογο ή τον εσωτερικό μονόλογο).&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;*Αφηγηματικοί τρόποι:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;- &lt;/span&gt;&lt;strong&gt;Αφήγηση&lt;/strong&gt;&lt;span&gt;: η παρουσίαση της δράσης/της εξέλιξης του μύθου (δυναμική διαδικασία), η έκθεση των γεγονότων (διήγηση), σε ιστορικό χρόνο (παρατατικό, αόριστο, υπερσυντέλικο ή ιστορικό ενεστώτα).&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;Μπορεί να είναι τριτοπρόσωπη αφήγηση (παντογνώστης αφηγητής) ή πρωτοπρόσωπη αφήγηση (με αφηγητή που συμμετέχει στην ιστορία).&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;- &lt;/span&gt;&lt;strong&gt;Διάλογος&lt;/strong&gt;&lt;span&gt;: συνομιλία σε ευθύ λόγο. Προσδίδει ζωντάνια , παραστατικότητα, αμεσότητα, θεατρικότητα, οικειότητα, εκφραστική δύναμη.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;- &lt;/span&gt;&lt;strong&gt;Περιγραφή:&lt;/strong&gt;&lt;span&gt; αναπαράσταση προσώπων, τόπων, πραγμάτων, φαινομένων (στατική διαδικασία), συχνά σε χρόνο ενεστώτα. Στοχεύει στην αναπαράσταση του χώρου ή στην προβολή στοιχείων που αιτιολογούν/φωτίζουν τη δράση των προσώπων, τα γεγονότα και προσφέρει αισθητική απόλαυση.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;- &lt;/span&gt;&lt;strong&gt;Σχόλια:&lt;/strong&gt;&lt;span&gt; σκέψεις, απόψεις του αφηγητή για τα πρόσωπα και τα γεγονότα της ιστορίας, δοσμένες σε γ' πρόσωπο. Καθοδηγούν τον αναγνώστη και δείχνουν την αντίληψη του αφηγητή για τα πράγματα.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;- &lt;/span&gt;&lt;strong&gt;Ελεύθερος πλάγιος λόγος&lt;/strong&gt;&lt;span&gt;: ο αφηγητής αποδίδει σε γ’ πρόσωπο, σε ιστορικό χρόνο και χωρίς ρήμα εξάρτησης λόγια, ενδόμυχες σκέψεις και συναισθήματα ενός προσώπου της ιστορίας.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;- &lt;/span&gt;&lt;strong&gt;Εσωτερικός μονόλογος&lt;/strong&gt;&lt;span&gt;: απόδοση σκέψεων, συναισθημάτων, αναμνήσεων, συνειρμών του ήρωα (α’ πρόσωπο, ενεστώτας κυρίως), χωρίς παρέμβαση του αφηγητή.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;[ Πηγές:&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Α' Τεύχος, Α' Γενικού Λυκείου, ΙΕΠ, Διόφαντος&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;http://ebooks.edu.gr&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;https://blogs. sch.gr /&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;https://latistor.blogspot.com /&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span&gt;http://users.sch.gr/ ]&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;/div&gt;</description><pubDate>Sat, 13 Sep 2025 17:52:44 +0300</pubDate><guid isPermaLink='false'>Sat, 13 Sep 2025 17:52:44 +0300673288</guid></item><item><title>Μόνο γιατί μ' αγάπησες, Μαρία Πολυδούρη</title><link>https://eclass.sch.gr/modules/announcements/index.php?an_id=673242&amp;course=3701046161</link><description>&lt;p&gt;&lt;a href="https://www.youtube.com/watch?v=BcihAF8p1os"&gt;&lt;strong&gt;Μόνο γιατί μ' αγάπησες, &lt;/strong&gt;&lt;/a&gt;&lt;strong&gt;Μαρία Πολυδούρη&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Η Μαρία Πολυδούρη (1902-1930) είναι μια ποιήτρια που πέθανε πολύ νέα, αλλά πρόλαβε να αφήσει ένα αξιόλογο ποιητικό έργο. Η σχέση της με τον Κ.Γ. Καρυωτάκη και κυρίως ο τραγικός του θάνατος της ενέπνευσαν μια σειρά από ερωτικά ποιήματα, όπως αυτό που ακολουθεί, το οποίο ανήκει στη συλλογή Οι τρίλλιες που σβήνουν (1928).&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;    Ανήκει στη&lt;/span&gt;&lt;strong&gt; νεορομαντική σχολή&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;, η οποία στηρίχθηκε σε ρομαντικές και συμβολιστικές καταβολές και επεδίωξε τον εκσυγχρονισμό της παραδοσιακής ποίησης, τονίζοντας ιδιαίτερα το λυρικό στοιχείο του στίχου. Η Μαρία Πολυδούρη στην ποίησή της άφησε να περάσει το πάθος για ζωή, για τον έρωτα, τη συντριβή για ό,τι δεν έζησε, τη φθαρτότητα, τη σκιά θανάτου, τον ίδιο το θάνατο. &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;   Τίτλος του ποιήματος&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;   «&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Μόνο γιατί μ’ αγάπησες&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;» &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Ο τίτλος παρουσιάζει τα πρόσωπα: &lt;/span&gt;&lt;strong&gt;β΄ ενικό &lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;και &lt;/span&gt;&lt;strong&gt;α΄ πρόσωπο ενικό&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; και το ρήμα δίνει τη σχέση των δύο προσώπων: «αγάπησες», η αγάπη του &lt;/span&gt;&lt;strong&gt;εσύ&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; για το &lt;/span&gt;&lt;strong&gt;με&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; είναι η αιτία του διαλόγου που θα ανοίξει μεταξύ των δύο προσώπων και εμείς ως αναγνώστες θα τον γνωρίσουμε μέσα από τους στίχους. Η ύπαρξη του «&lt;/span&gt;&lt;strong&gt;μόνο&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;» επιβεβαιώνει ότι το ποίημα έχει άξονα αναφοράς τον Έρωτα. Το ποίημα αποτελείται από εννέα (9) πεντάστιχες στροφές. Στο σχολικό βιβλίο οι στροφές 4,5,6,8 παραλείπονται.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Ανάλυση:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Στην α΄ στροφή&lt;/strong&gt; &lt;span style="font-weight:400;"&gt;το ποιητικό εγώ εξομολογείται:&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;            Δέν τραγουδῶ, παρά γιατί μ’ ἀγάπησες&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;     &lt;/span&gt; &lt;span style="font-weight:400;"&gt;   στά περασμένα χρόνια.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;  &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Δύο ρήματα:&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; «&lt;/span&gt;&lt;strong&gt;τραγουδώ&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;», ενεστώτας, παρόν και «&lt;/span&gt;&lt;strong&gt;αγάπησες&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;», αόριστος, παρελθόν, που υπογραμμίζεται κι από το χρονικό προσδιορισμό «&lt;/span&gt;&lt;strong&gt;στα περασμένα χρόνια&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;». Το τώρα ένα τραγούδι αποτέλεσμα της αγάπης του τότε. Ο Έρωτας, η Αγάπη που γίνεται Ποίηση.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;         Καί σέ ἥλιο, σέ καλοκαιριοῦ προμάντεμα&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; &lt;/span&gt; &lt;span style="font-weight:400;"&gt;    καί σέ βροχή, σέ χιόνια,&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;  &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Ο 3ος και 4ος στίχος αναφέρονται στη φύση&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;: βροχή, χιόνια, καλοκαίρι, στοιχεία αιώνια που υπογραμμίζουν αφενός τη συνέχεια της αγάπης μέσα στο χρόνο κι αφετέρου τις συναισθηματικές εξάρσεις μιας τέτοιας αγάπης.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;   Χρησιμοποιώντας καθημερινές, απλές λέξεις εκφράζει ότι το ποιητικό της εγώ πληρώνεται από τον έρωτα του εσύ. Όμως, τίθεται ο προβληματισμός: μήπως είναι η ποίηση αυτή καθεαυτή που δικαιώνει την ύπαρξή της;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;         δέν τραγουδῶ παρά γιατί μ’ ἀγάπησες.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Η στροφή θα κλείσει με την επανάληψη του 1ου στίχου&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;. Επωδός που δίνει τη βεβαιότητα των συναισθημάτων της ποιήτριας, καθώς αφαιρείται το κόμμα που υπάρχει στον πρώτο στίχο. Στον α΄ στίχο το κόμμα, μικρό σημείο παύσης πριν την αιτιολόγηση, αφήνει ένα περιθώριο έστω και μικρό, δισταγμού. Στον τελευταίο στίχο η αφαίρεσή του προσθέτει την απόλυτη βεβαιότητα.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Από τη β΄ στροφή αρχίζει ένας κλιμακωτός ρυθμός ανάβασης του ερωτικού συναισθήματος και των αποτελεσμάτων του&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; μέχρι την τελευταία στροφή, όπου πληροφορούμαστε τον θάνατο του προσώπου που τόσο πολύ αγάπησε την ποιήτρια, ώστε της χάρισε ζωή (έζησα), αλλά και γλυκό θάνατο.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Στη β΄ στροφή&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; κυριαρχεί η επανάληψη&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;           Μόνο γιατί μέ κράτησες στά χέρια σου&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;       &lt;/span&gt; &lt;span style="font-weight:400;"&gt;μιά νύχτα καί μέ φίλησες στό στόμα,&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;       &lt;/span&gt; &lt;span style="font-weight:400;"&gt;μόνο γι’ αυτό εἶμαι ὡραία σάν κρίνο ὁλάνοιχτο&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;       &lt;/span&gt; &lt;span style="font-weight:400;"&gt;κι ἔχω ἕνα ρίγος στήν ψυχή μου ἀκόμα,&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;       &lt;/span&gt; &lt;span style="font-weight:400;"&gt;μόνο γιατί μέ κράτησες στά χέρια σου.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; «&lt;/span&gt;&lt;strong&gt;Μόνο&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;…&lt;/span&gt;&lt;strong&gt; μόνο&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;…», που σε συνδυασμό με τη &lt;/span&gt;&lt;strong&gt;χρήση του αορίστου χρόνου&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; υπογραμμίζει τη μοναδικότητα των στιγμών που βίωσε η ποιήτρια στο παρελθόν, γεγονός που ολοκλήρωσε την ύπαρξή της.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;   «&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;εἶμαι ὡραία …&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;»: η ομορφιά ως αποτέλεσμα του έρωτα, με χαρακτηριστικό γνώρισμα την αγνότητα, όπως αυτή δίνεται με μια &lt;/span&gt;&lt;strong&gt;παρομοίωση&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; από τη φύση, «σάν κρίνο ὁλάνοιχτο».    «&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;κι ἔχω ἕνα ρίγος στήν ψυχή μου ἀκόμα…&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;» Τρέμει το ποιητικό εγώ μπροστά στο μεγαλείο και στη δύναμη του έρωτα. &lt;/span&gt;&lt;strong&gt;Προοικονομείται&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; και ο θάνατος του έρωτα. Από δω και στο εξής, οι στίχοι θα γίνουν πιο λυρικοί, αφού θα εκφράζουν εντονότερα συναισθήματα.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Στην γ΄ στροφή&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;         Μόνο γιατί τά μάτια σου μέ κύτταξαν&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;    &lt;/span&gt; &lt;span style="font-weight:400;"&gt;μέ τήν ψυχή στό βλέμμα,&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;    &lt;/span&gt; &lt;span style="font-weight:400;"&gt;περήφανα στολίστηκα τό ὑπέρτατο&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;   &lt;/span&gt; &lt;span style="font-weight:400;"&gt;τῆς ὕπαρξής μου στέμμα,&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;   &lt;/span&gt; &lt;span style="font-weight:400;"&gt;μόνο γιατί τά μάτια σου μέ κύτταξαν.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; Η ποιήτρια επικεντρώνει την προσοχή της στα μάτια του προσώπου που την αγάπησε «Μόνο γιατί τά μάτια σου μέ κύτταξαν / μέ τήν ψυχή στό βλέμμα». Τα μάτια εκφράζουν την ψυχή, εξομολογούνται βαθύτερα συναισθήματα, την αλήθεια, παρουσιάζουν την ουσία, το είναι του καθενός. Με τους &lt;/span&gt;&lt;strong&gt;μεταφορικούς στίχους&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; «περήφανα στολίστηκα τό ὑπέρτατο / τῆς ὕπαρξής μου στέμμα,…», η ποιήτρια παρουσιάζει τον εαυτό της ως βασίλισσα επιβεβαιώνοντας αυτό τον τίτλο με την αναφορά στο «στέμμα», που δεν είναι άλλο από τον Έρωτα.  &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt; Η δ΄ στροφή&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;         Μόνο γιατί μ’ ἀγάπησες γεννήθηκα&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;        γι’ αὐτό ἡ ζωή μου ἐδόθη&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;    &lt;/span&gt; &lt;span style="font-weight:400;"&gt;στήν ἄχαρη ζωή τήν ἀνεκπλήρωτη&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;    &lt;/span&gt; &lt;span style="font-weight:400;"&gt;μένα ἡ ζωή πληρώθη.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;   &lt;/span&gt; &lt;span style="font-weight:400;"&gt;Μόνο γιατί μ’ ἀγάπησες γεννήθηκα.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Αρχίζει με μια&lt;/span&gt;&lt;strong&gt; υπερβολή&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;, «Μόνο γιατί μ’ ἀγάπησες γεννήθηκα…»: υπερβολή που οδηγεί στην κορύφωση του Έρωτα, καθώς αποκτά μια άλλη διάσταση με την ομολογία της ποιήτριας ότι η αγάπη τη γέννησε ουσιαστικά. Το εσύ με την αγάπη του έδωσε ζωή από τη ζωή του στην ποιήτρια και έτσι η ζωή της απέκτησε περιεχόμενο και σκοπό.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;   Μέσα από την &lt;/span&gt;&lt;strong&gt;αντίθεση &lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;«στήν ἄχαρη ζωή τήν ἀνεκπλήρωτη ≠ μένα ἡ ζωή πληρώθη» η ποιήτρια ομολογεί: η Αγάπη με οδήγησε στην ψυχική ολοκλήρωση, στη συναισθηματική πλήρωση, στην ηθική τελείωση.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;   Η τριπλή &lt;/span&gt;&lt;strong&gt;επανάληψη&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; «ζωή … ζωή … ζωή …» ολοκληρώνει την ομολογία υπογραμμίζοντας: Ζωή χωρίς αγάπη δεν μπορεί να υπάρξει, κι αν υπάρχει, δεν είναι αληθινή, γιατί αληθινός είναι ο άνθρωπος που είχε την τύχη ν’ αγαπηθεί αλλά και ν’ αγαπήσει μέσα από το βίωμα της αγάπης του άλλου.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Στην ε΄ στροφή&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;         Μονάχα γιατί τόσο ὡραῖα μ’ ἀγάπησες&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;    &lt;/span&gt; &lt;span style="font-weight:400;"&gt;ἔζησα, νά πληθαίνω&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;    &lt;/span&gt; &lt;span style="font-weight:400;"&gt;τά ὀνείρατά σου, ὡραῖε, πού βασίλεψες&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;    &lt;/span&gt; &lt;span style="font-weight:400;"&gt;κι ἔτσι γλυκά πεθαίνω&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;   &lt;/span&gt; &lt;span style="font-weight:400;"&gt;μονάχα γιατί τόσο ὡραῖα μ’ ἀγάπησες.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Το «μόνο» τρέπεται σε «&lt;/span&gt;&lt;strong&gt;μονάχα&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;». Η αγάπη-αιτία και το αποτέλεσμα διπλό: ζωή και γλυκός θάνατος. Έζησε πραγματικά μέσα από την αγάπη, που πλούσια της χάρισε το «εσύ» και με το &lt;/span&gt;&lt;strong&gt;οξύμωρο&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; «γλυκά πεθαίνω», επισημαίνει τη γλύκα, που αποκτά ο θάνατος για δύο λόγους: και γιατί αξιώθηκε να ζήσει την αληθινή ζωή, που προσφέρει η αγάπη, αλλά και γιατί τώρα ο θάνατός της θα τη φέρει κοντά στο «εσύ» που «βασίλεψε».&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;   Η τραγική κατάληξη του έρωτα. Το «εσύ» που βασίλεψε δίνεται εδώ με την προσφώνηση «ὡραῖε». Η απώλεια του αγαπημένου προσώπου είναι γεγονός και έτσι δικαιολογείται και ο αόριστος χρόνος «&lt;/span&gt;&lt;strong&gt;μ’ ἀγάπησες&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;» που συνέχει ως αιτία όλο το κείμενο.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;   &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;[ Πηγές:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Γ΄ Γυμνασίου, ΙΕΠ, "Διόφαντος"&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Εισαγωγή στην Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Α', Β', Γ' Γυμνασίου, ΙΕΠ, "Διόφαντος"&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;http://ebooks.edu.gr&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;https://blogs. sch.gr /&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;http://users.sch.gr/ &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;http://www.benaki.gr&lt;/span&gt;&lt;strong&gt; ]&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;</description><pubDate>Wed, 10 Sep 2025 19:35:11 +0300</pubDate><guid isPermaLink='false'>Wed, 10 Sep 2025 19:35:11 +0300673242</guid></item><item><title>Kuro Siwo, Νίκος Καββαδίας</title><link>https://eclass.sch.gr/modules/announcements/index.php?an_id=673224&amp;course=3701046161</link><description>&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Kuro Siwo, Νίκος Καββαδίας&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Η δύσκολη αλλά γοητευτική ζωή των ναυτικών αποτελεί το αυτοβιογραφικό υλικό των ποιημάτων του Νίκου Καββαδία. Στο «Kuro Siwo» τα στοιχεία αυτά διαπλέκονται γύρω από μια μακρινή ερωτική μορφή, η μνήμη της οποίας συντροφεύει τις μοναχικές ώρες του ποιητή. Το ποίημα προέρχεται από τη συλλογή Πούσι (1947).&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;«&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Πρώτο ταξίδι…με το πρώτο.&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;»&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; Το πρώτο ταξίδι που καλείται να κάνει ο ποιητής - ναυτικός είναι η μεταφορά εμπορευμάτων στις περιοχές του Νότου, με απώτερο προορισμό τη Νότια Κίνα. Τα ταξίδια των ναυτικών που εργάζονται σε εμπορικά καράβια καθορίζονται συχνά από τις ανάγκες της εταιρείας που μισθώνει το καράβι. Έτσι, για τον ποιητή το πρώτο του ταξίδι έχει προορισμό τον Ειρηνικό Ωκεανό, σε περιοχές και κλίματα που του είναι άγνωστα, ανοίκεια.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Πολλά είναι εκείνα τα στοιχεία που καθιστούν δύσκολο το ταξίδι του ναυτικού∙ οι βάρδιες, εφόσον καλείται να ξαγρυπνά και να βρίσκεται σε πλήρη επαγρύπνηση, καθώς, όπως λένε οι παλαιότεροι ναυτικοί, οι φάροι στην περιοχή της Ινδίας δεν γίνονται άμεσα αντιληπτοί. Οι φάροι είναι δηλωτικοί της ύπαρξης τμημάτων στεριάς που πρέπει το καράβι να αποφύγει, οπότε η ευθύνη του ναυτικού που έχει βάρδια είναι σημαντική. Ωστόσο, οι βάρδιες αυτές γίνονται ακόμη πιο δύσκολες, αν ληφθεί υπόψη πως ο ναυτικός κοιμάται ελάχιστα κι έχει συχνά να παλέψει με ασθένειες, όπως είναι η ελονοσία και τα επώδυνα συμπτώματά της.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;«&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Πέρ’ απ’ τη γέφυρα…στην Αθήνα&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;.»&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; Περνώντας τη γέφυρα του Αδάμ, μια περιοχή με αβαθή νερά -στο βορειότερο σημείο της Ινδικής χερσονήσου- το καράβι φτάνει στη Νότια Κίνα, όπου έχει να παραλάβει εμπορεύματα. Εκεί ο ποιητής βοηθάει στη διαδικασία παραλαβής μεταφέροντας χιλιάδες τσουβάλια με σόγια, χωρίς αυτή η κοπιώδης χειρωνακτική εργασία να αποτρέπει τη σκέψη του απ’ όσα τον απασχολούν σε προσωπικό επίπεδο. Παρά την ταλαιπωρία δεν ξεχνά ούτε μια στιγμή τα λόγια που του είπαν μια «κούφια», μια οδυνηρή στιγμή στην Αθήνα. Ο ποιητής αισθάνεται πληγωμένος, διότι κάποιο άτομο ενδεχομένως αμφισβήτησε την ορθότητα της επιλογής του να αφοσιωθεί στη δύσκολη ζωή του ναυτικού. Αν και δεν δηλώνει με σαφήνεια τι ήταν αυτό που τον ενόχλησε τόσο, σίγουρα πρόκειται για κάτι που τον έθιξε σε προσωπικό επίπεδο, καθώς σε άλλη περίπτωση θα το ξεπερνούσε εύκολα. Ίσως κάποιο άτομο που ο ίδιος εκτιμούσε πολύ απαξίωσε τις επιλογές του κι αυτό τον πλήγωσε βαθιά.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Έχει ενδιαφέρον το γεγονός ότι ο ποιητής απευθύνεται σε &lt;/span&gt;&lt;strong&gt;β΄ ενικό πρόσωπο &lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;στον εαυτό του, αισθητοποιώντας έτσι το αίσθημα μοναξιάς των ναυτικών, οι οποίοι, αν και έχουν γύρω τους πολλούς συνεργάτες, νιώθουν μόνοι, αφού είναι μακριά από τους δικούς τους ανθρώπους. Μας μεταφέρει με αυτό τον τρόπο τις εσωτερικές του σκέψεις και φανερώνει την αδυναμία του να ξεχαστεί μέσω της εργασίας του, μιας και τις περισσότερες στιγμές είναι αναγκασμένος να σκέφτεται τα όσα συνέβησαν, όταν βρισκόταν στην πατρίδα του με τους ανθρώπους του, αφού δεν έχει κάποια άλλη ουσιαστική ανθρώπινη επαφή που θα του επέτρεπε να αφήσει πίσω του το παρελθόν.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;«&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Στα νύχια μπαίνει…ή το καράβι&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;;»&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; Ο ποιητής καταγράφει πρόσθετες δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι ναυτικοί, όπως είναι το γεγονός ότι το κατράμι που χρησιμοποιούν για τη στεγανοποίηση του πλοίου μπαίνει μέσα στα νύχια των ναυτικών και προκαλεί ένα έντονο αίσθημα καψίματος. Αντιστοίχως, το ψαρόλαδο που χρησιμοποιούσαν για να λιπάνουν τα διάφορα σύρματα έχει μια έντονα δυσάρεστη μυρωδιά, η οποία ποτίζει τα ρούχα των ναυτικών και διαρκεί για χρόνια.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Την ίδια στιγμή, βέβαια, μαζί με όλες τις άλλες δυσκολίες ο ποιητής έρχεται διαρκώς αντιμέτωπος με τον πόνο που του προκάλεσαν τα λόγια της αγαπημένης γυναίκας, που έχει αφήσει πίσω στην πατρίδα. Λόγια ίσως ενός πικρού αποχαιρετισμού ή χωρισμού∙ η αγαπημένη γυναίκα προφανώς δυσαρεστήθηκε με την επιλογή του να γίνει ναυτικός και θέλησε να τον φέρει αντιμέτωπο με το δίλημμα αν θα επιλέξει εκείνη ή τη θάλασσα. Με δίλημμα μοιάζουν, άλλωστε, και τα λόγια του ποιητή που καταγράφονται σε &lt;/span&gt;&lt;strong&gt;ευθύ λόγο&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;: είναι άραγε η πυξίδα που κινεί τη βελόνα μόνη της ή είναι το καράβι που έχει αλλάξει κατεύθυνση. Μέσα στην απεραντοσύνη της θάλασσας είναι συχνά δύσκολο να καταλάβει αν το καράβι κινείται ή αν παραμένει στάσιμο. Στο δίλημμα αυτό, ωστόσο, μπορούμε πιθανώς να ανιχνεύσουμε μια μεταφορική αναλογία σχετικά με το ερώτημα της αγαπημένης γυναίκας∙ ήταν η επιλογή του ποιητή να γίνει ναυτικός μια εσωτερική ανάγκη -τον οδήγησε εκεί μια δική του επιθυμία- ή μια πραγματική οικονομική ανάγκη, την οποία δεν μπορούσε να αποφύγει;  &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;«&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Νωρίς μπατάρισε…με κούραση γυμνάσει&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;.»&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Η συναισθηματική κατάσταση του ποιητή συνομιλεί, υπό μία έννοια, με τις καιρικές συνθήκες. Η πρόωρη επιδείνωση του καιρού με το έντονο κρύο και τις βροχές καθρεφτίζει την εσωτερική του θλίψη. Στο καράβι του αναθέτουν καλύτερη βάρδια, λιγότερο πιεστική, αλλά ο ίδιος έχει πρόσθετους λόγους για να αισθάνεται στενοχωρημένος. Τη μέρα εκείνη έχασε τα ζώα που του κρατούσαν συντροφιά∙ οι δύο παπαγάλοι του κι ένας πίθηκος, τον οποίο είχε εκπαιδεύσει με πολύ κόπο, πέθαναν την ίδια μέρα, αφήνοντάς τον να αισθάνεται ακόμη πιο μόνος. Η απουσία επαφής με τους δικούς του ανθρώπους, όπως και ο πόνος για τον πικρό αποχωρισμό από την αγαπημένη του, δημιουργούν ένα ασφυκτικό κλίμα μοναξιάς για τον ποιητή, το οποίο με δυσκολία κατορθώνει να το διαχειριστεί.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;«&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Η λαμαρίνα!… καρτίνι με καρτίνι&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;.» &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Το &lt;/span&gt;&lt;strong&gt;αίσθημα μοναξιάς και απομόνωσης &lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;που κυριαρχεί σε όλο το ποίημα οδηγείται πλέον στην κορύφωσή του, με τον ποιητή να αναφωνεί πως η λαμαρίνα -το σίδερο του πλοίου- σβήνει καθετί γύρω του, κρατώντας τον περιορισμένο, αν όχι φυλακισμένο, μέσα στα ασφυκτικά όρια του καραβιού. Με τη χρήση του θαυμαστικού και των αποσιωπητικών ο ποιητής τονίζει το γεγονός πως όλος του ο κόσμος έχει γίνει πια η λαμαρίνα του καραβιού. Το αίσθημα εγκλωβισμού, μάλιστα, επιτείνεται στους καταληκτικούς στίχους από τη διαπίστωση πως το καράβι έχει τεθεί υπό τον έλεγχο του &lt;/span&gt;&lt;strong&gt;Kuro Siwo&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;, του θερμού αυτού ρεύματος στον Ειρηνικό Ωκεανό, το οποίο έχει «σφιχτεί» γύρω από το καράβι σαν μια ζώνη. Ο ποιητής συνειδητοποιεί σε όλη τους την έκταση τις συνέπειες της επιλογής του να γίνει ναυτικός και να εγκαταλείψει τη ζωή του στην Ελλάδα. Τη στιγμή που βρίσκεται στον Ειρηνικό Ωκεανό, με το πλοίο να είναι έρμαιο ενός θαλάσσιου ρεύματος, εκείνος αντιλαμβάνεται το πόσο μάταιο είναι να ελέγχει διαρκώς τις μικρές μετατοπίσεις της πυξίδας, καθώς ό,τι κι αν δείχνει η πυξίδα εκείνος δεν παύει να βρίσκεται χιλιάδες μίλια μακριά από την πατρίδα του, μόνος, απομονωμένος και βαθιά θλιμμένος.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Όσο κι αν η επιλογή του να μπει στα καράβια υπήρξε δική του και αποτέλεσε -πιθανώς- την εκπλήρωση ενός ονείρου, αυτό δεν σημαίνει πως δεν έχει ένα ιδιαίτερα βαρύ τίμημα. Οι αντιρρήσεις, άρα, της αγαπημένης γυναίκας βρίσκουν τη δικαίωσή τους, αφού ό,τι κυρίως χαρακτηρίζει πλέον τη ζωή του ποιητή είναι η μοναξιά και η επιβεβλημένη απόσταση από την πατρίδα του.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;*ναύλος: μισθωμένο δρομολόγιο&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;*βάρδιες: υπηρεσίες που εκτελούνται με εναλλαγή των εργαζομένων&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;*μαλάρια: είδος μεσογειακού πυρετού&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;*κατράμι: πίσσα&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;*μπούσουλας: ναυτική πυξίδα&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;*μπατάρισε ο καιρός: άλλαξε&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;*σκατζάρω: αλλάζω βάρδια&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;*γυμνάζω: εκπαιδεύω&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;*λαμαρίνα: σίδερο&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;*Kuro Siwo: θερμό θαλάσσιο ρεύμα του Βόρειου Ειρηνικού Ωκεανού&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;*καρτίνι: ναυτικός όρος, το τέταρτο του ρόμβου&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt; &lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;[ Πηγές:&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Γ΄ Γυμνασίου, ΙΕΠ, "Διόφαντος" &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Εισαγωγή στην Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Α', Β', Γ' Γυμνασίου, ΙΕΠ, "Διόφαντος"&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;http://ebooks.edu.gr&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;https://blogs. sch.gr /&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;http://users.sch.gr/ &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;http://www.benaki.gr&lt;/span&gt;&lt;strong&gt; ]&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;</description><pubDate>Wed, 10 Sep 2025 00:24:35 +0300</pubDate><guid isPermaLink='false'>Wed, 10 Sep 2025 00:24:35 +0300673224</guid></item><item><title>Στο παιδί μου, Μανόλης Αναγνωστάκης </title><link>https://eclass.sch.gr/modules/announcements/index.php?an_id=673223&amp;course=3701046161</link><description>&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Στο παιδί μου, Μανόλης Αναγνωστάκης &lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Ο Μανόλης Αναγνωστάκης επιχειρεί στο συγκεκριμένο ποίημα να στηλιτεύσει την τάση των ενηλίκων να ωραιοποιούν την πραγματικότητα και να αποκρύπτουν την αλήθεια, όταν μιλούν στα παιδιά‧ έστω κι αν ο απώτερος στόχος τους είναι να τα προφυλάξουν από οδυνηρές πτυχές της κοινωνικής πραγματικότητας. Ο ίδιος θεωρεί πως οι ενήλικες οφείλουν να λένε πάντοτε την αλήθεια στα παιδιά, όσο σκληρή κι αν είναι αυτή. Στην προσπάθειά του, ωστόσο, να αποστασιοποιηθεί από τους ενήλικες που ωραιοποιούν καταστάσεις υποπίπτει σε ένα διαφορετικό σφάλμα, αφού εκείνος τείνει να προσεγγίσει το παιδί του, χειραγωγώντας το.  &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;“&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Στο παιδί μου…ποτέ τα παραμύθια&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;”&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Στις αρχικές στροφές του ποιήματος δημιουργείται &lt;/span&gt;&lt;strong&gt;σχήμα κύκλου&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; με την επανάληψη της διαπίστωσης πως "στο παιδί μου δεν άρεσαν ποτέ τα παραμύθια". Μέσω αυτού προσδίδεται έμφαση στο γεγονός πως το ίδιο το παιδί δεν ήθελε να ακούει παραμύθια, διότι δεν του άρεσαν. Με τη λέξη παραμύθια, βέβαια, ο ποιητής &lt;/span&gt;&lt;strong&gt;υπονοεί&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; τα ψέματα και την απόκρυψη της αλήθειας.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Παρά την απροθυμία του παιδιού να ακούει παραμύθια, κάποιοι ("του μιλούσανε") του τα έλεγαν ούτως ή άλλως. Με τη &lt;/span&gt;&lt;strong&gt;χρήση του γ΄ πληθυντικού&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; ο ποιητής υποδηλώνει πως άλλα άτομα του περιβάλλοντος του παιδιού είχαν τη συνήθεια να καταφεύγουν στην αξιοποίηση των παραμυθιών για να το ψυχαγωγήσουν ή να το διαπαιδαγωγήσουν, ίσως γιαγιάδες, παππούδες.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Ο ποιητής παραθέτει μερικές έμμεσες αναφορές, οι οποίες παραπέμπουν σε μυθικές διηγήσεις και γνωστά παραμύθια: Οι &lt;/span&gt;&lt;strong&gt;δράκοι&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; αποτελούν χαρακτηριστικό σύμβολο του κακού σε πολλά παραμύθια. Η αναφορά στο &lt;/span&gt;&lt;strong&gt;πιστό σκυλί&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; θα μπορούσε να υπονοεί τον Άργο, το σκυλί του Οδυσσέα, που τον περίμενε για είκοσι χρόνια. Η αναφορά στα ταξίδια της &lt;/span&gt;&lt;strong&gt;Πεντάμορφης&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; υπονοεί πιθανώς την «Πεντάμορφη και το τέρας», ενώ η αναφορά στον &lt;/span&gt;&lt;strong&gt;άγριο λύκο&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; ενδέχεται να υπονοεί την «Κοκκινοσκουφίτσα». Πρόκειται για γνωστά παραμύθια και συνήθεις μυθικές αφηγήσεις που εμπλουτίζουν τα ακούσματα των περισσότερων παιδιών. Ο ποιητής, ωστόσο, δεν έχει επί της ουσίας αντίρρηση τόσο απέναντι στις μυθικές αυτές αφηγήσεις όσο στο γεγονός ότι τα παιδιά αργούν να έρθουν σε επαφή με την αλήθεια και τα πραγματικά γεγονότα.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;“&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Τώρα, τα βράδια…τους νεκρούς μας&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;.”&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; Στη στροφή αυτή ο ποιητής περνά από το &lt;/span&gt;&lt;strong&gt;παρελθόν&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; ("του μιλούσανε") στο&lt;/span&gt;&lt;strong&gt; παρόν&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; ("τώρα"), για να τονίσει την αντίθεση που έχει προκύψει από τη στιγμή που ανέλαβε ο ίδιος προσωπικά τη διαπαιδαγώγηση του παιδιού του. Αποφεύγει την αλληγορική αναφορά στο κακό, όπως αυτή συνηθίζεται στα παραμύθια κι επιλέγει να λέει τα πράγματα με το όνομά τους, βασιζόμενος στην ανάδειξη της πραγματικής φύσης τους. Με το &lt;/span&gt;&lt;strong&gt;ασύνδετο σχήμα&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; του δεύτερου στίχου τονίζει εμφατικά ακριβώς αυτή τη διαδικασία δήλωσης των πραγμάτων με το όνομά τους και ως έχουν ("το σκοτάδι σκοτάδι"). Παράλληλα, ο δε διστάζει να υποδεικνύει στο παιδί του τους κακούς ανθρώπους και να του αποκαλύπτει την αληθινή τους ταυτότητα, εφόσον πιστεύει πως η ειλικρίνεια απέναντι στα παιδιά είναι απολύτως αναγκαία.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Στη συνέχεια, ωστόσο, η παραδοχή του ότι "&lt;/span&gt;&lt;strong&gt;του μαθαίνει ονόματα σαν προσευχές&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;" δημιουργεί ένα σημαντικό πρόβλημα, εφόσον μια τέτοια διαδικασία υποδηλώνει πως ο γονιός όχι μόνο υποδεικνύει στο παιδί ποια πρόσωπα υπηρέτησαν ουσιαστικές αξίες, αλλά το καθοδηγεί στο να μαθαίνει τα ονόματά τους "σαν προσευχές", σαν να πρόκειται, δηλαδή, για ιερά πρόσωπα, όπως φανερώνει η &lt;/span&gt;&lt;strong&gt;παρομοίωση&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;. Με αυτόν τον τρόπο, όμως, παρακάμπτει την μερικώς ανεπτυγμένη λογική κρίση του παιδιού και το μαθαίνει ο ίδιος ποια πρόσωπα και ποιες αξίες να σέβεται. Δημιουργεί, έτσι, έναν συναισθηματικό δεσμό ανάμεσα σε πρόσωπα του παρελθόντος και στο παιδί του, χωρίς να λαμβάνει υπόψη πως με την προσέγγιση αυτή υπονομεύει τη μεταγενέστερη κρίση του παιδιού, χωρίς να είναι ικανό να αξιολογήσει αντικειμενικά τη δράση τους. Αντιστοίχως, η παραδοχή του ποιητή ότι "του τραγουδά τους νεκρούς μας" -κι όχι τους ήρωές μας- υποδηλώνει πως πρόκειται για τη διαμόρφωση ενός επιλεγμένου πλαισίου προσώπων που πέθαναν για συγκεκριμένα ιδανικά, τα οποία -με δεδομένη την πολιτική ταυτότητα του ποιητή- ανήκουν πιθανά σε συγκεκριμένη παράταξη και όχι για πρόσωπα που υπηρέτησαν το συλλογικά και εθνικά επωφελές. Πρόκειται, ειδικότερα, για πρόσωπα που ανήκουν στην αριστερή παράταξη, στην οποία ανήκε ιδεολογικά ο ποιητής. Φροντίζει, έτσι, όπως ο ίδιος παραδέχεται, να προσηλυτίσει το παιδί του σε μια συγκεκριμένη ιδεολογία, χωρίς να προβληματίζεται για το γεγονός ότι με αυτό τον τρόπο δεν σέβεται το δικαίωμά του να αξιολογήσει με τη δική του κρίση την πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα της χώρας.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;“Α&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;, φτάνει πια! Πρέπει να λέμε την αλήθεια στα παιδιά&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;.”&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; Ο ποιητής εκφράζει την αγανάκτησή του για το γεγονός πως οι ενήλικες αποφεύγουν να λένε την αλήθεια στα παιδιά και την άποψη πως χρέος των ενηλίκων είναι να τους μιλούν πάντοτε με ειλικρίνεια, φανερώνοντάς τους την αλήθεια. Η άποψη αυτή του ποιητή είναι σαφώς ορθή, υπό την προϋπόθεση πως η αλήθεια θα έχει τη μορφή της αντικειμενικής παρουσίασης των γεγονότων σε όλες τις διαστάσεις τους και όχι με ιδεολογική μονομέρεια. Έτσι, ακόμη κι αν ο γονιός θεωρεί πως είναι κάτοχος της αλήθειας, αυτή ενδέχεται να συνιστά απότοκο της δικής του ερμηνείας των πραγμάτων και όχι μιας πολύπλευρης προσέγγισης των γεγονότων. &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;[ ΠΗΓΕΣ:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Γ΄ Γυμνασίου, ΙΕΠ, "Διόφαντος"&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Εισαγωγή στην Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Α', Β', Γ' Γυμνασίου, ΙΕΠ, "Διόφαντος"&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;http://ebooks.edu.gr&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;https://blogspot.sch.gr/&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;http://users.sch.gr/ &lt;/span&gt;&lt;strong&gt;]&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;</description><pubDate>Tue, 09 Sep 2025 22:15:32 +0300</pubDate><guid isPermaLink='false'>Tue, 09 Sep 2025 22:15:32 +0300673223</guid></item><item><title>Σαν δέσμη από τριαντάφυλλα, Κώστας Καρυωτάκης</title><link>https://eclass.sch.gr/modules/announcements/index.php?an_id=673222&amp;course=3701046161</link><description>&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Σαν δέσμη από τριαντάφυλλα, Κώστας Καρυωτάκης&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Στο ποίημα αυτό (1927), ο Καρυωτάκης χρησιμοποιεί ελεύθερο στίχο. Προχωρά πέρα από την παράδοση του συμβολισμού και προβάλλει με τολμηρό και ειλικρινή τρόπο τη συναισθηματική του κατάσταση.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Καταγράφει την αντίθεση εκείνη που σε μεγάλο βαθμό χαρακτήριζε την προσωπικότητά του∙ απ’ τη μια, η ομορφιά της ζωής κι, απ’ την άλλη, η δική του αδυναμία να αφεθεί πλήρως στα θέλγητρά της και να αισθανθεί την ευδαιμονία του ανθρώπινου βίου. Ο ποιητής αντιλαμβάνεται, φυσικά, την ιδιαίτερη γοητεία που είναι σε θέση να ασκήσει η ζωή. Δεν μπορεί, όμως, έστω κι αν θα το ήθελε, να νιώσει πραγματική ευτυχία. Τα στοιχεία εκείνα της ζωής που για τους άλλους λειτουργούν ως πηγές πρόκλησης και χαράς, για τον ίδιο αποτελούν ένα περιττό και κάποτε ανυπόφορο βάρος.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;”&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Σαν δέσμη…καλοσύνη”&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Ο ποιητής αντικρίζει το βράδυ αυτό σαν ένα μπουκέτο, σαν μια δέσμη από τριαντάφυλλα, υποδηλώνοντας τη γοητεία που άσκησε στην ψυχή του η νυχτερινή εκείνη ώρα. Ένιωθε τα δώρα και την ομορφιά της ζωής σαν μια θεσπέσια ανθοδέσμη∙ σαν ένα κάλεσμα να βιώσει κι εκείνος τη χαρά και τον έρωτα. Εμφανής είναι, άλλωστε, η συσχέτιση των τριαντάφυλλων με το ερωτικό συναίσθημα, μιας και συχνά οι άνθρωποι εκφράζουν τις διαθέσεις τους αυτές προσφέροντας στο αγαπημένο τους πρόσωπο λουλούδια.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Η οπτική, μάλιστα, εικόνα της αρχικής παρομοίωσης, συμπληρώνεται με μια ακόμη μεταφορική εικόνα στο πλαίσιο της οποίας οι αισθήσεις της όρασης και της όσφρησης συνδυάζονται, προκειμένου να αποδοθεί πιο δραστικά η ισχυρή επίδραση της γοητείας και του κάλλους που χαρακτήριζε εκείνη τη θερινή βραδιά. Μια διακριτική ευωδιά κατέκλυζε τους δρόμους∙ μια ευωδιά που ο ποιητής τη χαρακτηρίζει χρυσή, για να τονίσει το ιδιαίτερο των συναισθημάτων και των συνειρμών που προκαλούσε στην ψυχή και στη σκέψη των ανθρώπων.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Υπό την επίδραση αυτή, ο ποιητής ένιωσε την καρδιά του να κυριεύεται, εντελώς απροσδόκητα, από ένα βαθύ αίσθημα καλοσύνης, λησμονώντας έτσι, έστω και πρόσκαιρα, όλα όσα του προκαλούσαν δυσαρέσκεια ή τον έκαναν να αισθάνεται θυμό για τους συνανθρώπους του. Το αίσθημα καλοσύνης, επομένως, δεν χαρακτηρίζεται τυχαία αιφνίδιο, καθώς αποκαλύπτει έμμεσα πως τις αμέσως προηγούμενες στιγμές, η διάθεση του ποιητή και τα συναισθήματά του δεν ήταν θετικά ούτε γεμάτα καλοσύνη. Πολλές φορές οι στίχοι του προσεγγίζουν με ειρωνικό και σατιρικό τρόπο την κοινωνική πραγματικότητα, διότι έχει επίγνωση της αδικίας γύρω του.   &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;“&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Στα χέρια…περιττό.»&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;  &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Το ποιητικό υποκείμενο κρατά στα χέρια το παλτό, εφόσον η βραδιά είναι ζεστή και δεν το χρειάζεται, ενώ το πρόσωπό του το έχει στρέψει στον ουρανό και φωτίζεται από τη σελήνη, που κυριαρχεί στο νυχτερινό τοπίο. Η αίσθηση, μάλιστα, που του δημιουργείται, είναι πως η όλη ατμόσφαιρα είναι ηλεκτρισμένη από ερωτικό πάθος. Πρόκειται περισσότερο, βέβαια, για μια εντύπωση, η οποία σχετίζεται με τον ρομαντισμό που αποπνέει το νυχτερινό τοπίο, γι’ αυτό κι ο ποιητής της προσδίδει υποκειμενική διάσταση με τη φράση «θα ‘λεγες», η οποία φανερώνει την απουσία βεβαιότητας.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Ωστόσο, εκείνο που εκφράζεται με μεγαλύτερη σιγουριά, είναι πως μια τέτοια βραδιά ο ποιητής νιώθει ως περιττό βάρος τη σκέψη και τα ποιήματα∙ νιώθει πως είναι τελείως ασύμβατος ο βαθύς προβληματισμός με μια τόσο ανάλαφρη, θελκτική βραδιά. Τη στιγμή που η φύση προσφέρει στους ανθρώπους μια αίσθηση εσωτερικής ηρεμίας, ο ποιητής νιώθει να τον βαραίνουν ανυπόφορα οι συνήθεις σοβαροί συλλογισμοί του. Παρασύρεται κι αυτός από το γενικότερο κλίμα και δεν μπορεί να αφεθεί, όπως συνηθίζει, στις πιο σοβαρές, μα και πιο οδυνηρές σκέψεις του, που αφορούν κυρίως τα δύσκολα ζητήματα της ζωής.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;“&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Έχω κάτι…ταξίδι ονειρευτό&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;.”&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Ο ποιητής νιώθει την ιδιαίτερη γοητεία της βραδιάς και όλες εκείνες τις υποσχέσεις που μοιάζει να δίνει στους ανθρώπους το καλοκαίρι που μόλις ξεκίνησε, τις υποσχέσεις μιας επερχόμενης ευδαιμονίας. Όμως ο ίδιος δεν μπορεί να βιώσει πραγματικά κανένα συναίσθημα χαράς. Η δική του συναισθηματική κατάσταση, όπως παραστατικά δίνεται με την εικόνα των σπασμένων φτερών, είναι αυτή ενός εσωτερικά πληγωμένου ανθρώπου, ο οποίος, αν και αντιλαμβάνεται τα θέλγητρα της ζωής, δεν μπορεί να γνωρίσει την ανέμελη ευτυχία που νιώθουν άλλοι άνθρωποι. Δική του συνοδός μοιάζει να είναι η θλίψη∙ μια θλίψη που πηγάζει από σημαντικά προσωπικά του προβλήματα. Έτσι, ενώ κάθε άλλος άνθρωπος στη θέση του &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;θ’ άφηνε την ψυχή του ελεύθερη σε μια ξέγνοιαστη ονειροπόληση, εκείνος μένει επίμονα δοσμένος στις οδύνες του πληγωμένου ψυχισμού του. Η απορία του, επομένως, σχετικά με τον ερχομό του καλοκαιριού -μιας εποχής που συσχετίζεται με την ευτυχία και τη διασκέδαση-, ίσως να μοιάζει παράδοξη. &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;[ ΠΗΓΕΣ:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Γ΄ Γυμνασίου, ΙΕΠ, "Διόφαντος"&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Εισαγωγή στην Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Α', Β', Γ' Γυμνασίου, ΙΕΠ, "Διόφαντος"&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;http://ebooks.edu.gr&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;https://blogspot.sch.gr/&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;http://users.sch.gr/ &lt;/span&gt;&lt;strong&gt;]&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;</description><pubDate>Tue, 09 Sep 2025 22:12:57 +0300</pubDate><guid isPermaLink='false'>Tue, 09 Sep 2025 22:12:57 +0300673222</guid></item><item><title>Ο κακός μαθητής, Ανδρέας Λασκαράτος</title><link>https://eclass.sch.gr/modules/announcements/index.php?an_id=673187&amp;course=3701046161</link><description>&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Ο κακός μαθητής, Ανδρέας Λασκαράτος&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;"Ο κακός μαθητής" από το βιβλίο του Ανδρέα Λασκαράτου “Ιδού ο άνθρωπος” (1886) και αποτελεί ένα κείμενο που περιγράφει  τον τύπο του "κακού μαθητή" με χιουμοριστικό τρόπο. Ολόκληρο το βιβλίο περιλαμβάνει 126 χαρακτήρες- ανθρώπινους τύπους. Οι αναλύσεις δε στηρίζονται στην ψυχολογική παρατήρηση, αλλά στην παρατήρηση της συμπεριφοράς και των ελαττωμάτων των ανθρώπων, με βασικό χαρακτηριστικό τη σατιρική διάθεση. &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;ΘΕΜΑ: &lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Τα τυπικά χαρακτηριστικά του κακού μαθητή. Ο κακός μαθητής καταντά να μείνει αμαθής, γι’ αυτό και δεν τον υπολήπτονται οι συμπολίτες του. &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;ΔΟΜΗ: &lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;1η Ενότητα: «Εξαιρώ…..εκπαιδευτηρίων»: προσδιορίζεται το θέμα του κειμένου.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;2η Ενότητα: «Τούτος…….παρά να μάθει»: οι λόγοι για τους οποίους ο κακός μαθητής πηγαίνει σχολείο. &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;3η Ενότητα: «Η κλάση δι’ αυτόν …….μεταχειρίζεται προθύμως»: Η αντιμετώπιση των μαθημάτων και της μάθησης. &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;4η Ενότητα: «Εις δε τες προετοιμασίες του…….οι καθηγηταί τον αδικήσανε!»: Η αντιμετώπιση των εξετάσεων. &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;5η Ενότητα: «Αλλά ο τοιούτος μαθητής…..των συμπολιτών του»: Το μέλλον του κακού μαθητή. &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;ΓΛΩΣΣΑ: Δημοτική, λαϊκή και ιδιωματική. Το πιο χαρακτηριστικό του γνώρισμα είναι η παρουσία ιδιωματικών επτανησιακών στοιχείων.(αξαίνει, αψηφησίαν…)&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;ΎΦΟΣ:&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; Σατιρικό, Πεζολογικό, χωρίς εκφραστικά στολίδια. &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;ΕΚΦΡΑΣΤΙΚΑ ΜΕΣΑ:&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; Μεταφορές. &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Τα γνωρίσματα του κακού μαθητή&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;:  &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Ο Λασκαράτος παρουσιάζει τα γνωρίσματα του κακού μαθητή ο οποίος: &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Δεν καταλαβαίνει και δεν εκτιμά την αξία του σχολείου. &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Πηγαίνει σχολείο από συνήθεια, από υποχρέωση και από μίμηση. &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Αντιμετωπίζει το σχολείο σαν ένα είδος συνεταιρισμού με σκοπό να χάσουν μάθημα.  &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Το μάθημα είναι γι’ αυτόν υποχρέωση.  &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Στις διακοπές δεν διαβάζει καθόλου.  &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Στις εξετάσεις χρησιμοποιεί κάθε θεμιτό ή αθέμιτο μέσο, για να ξεγελάσει τους δασκάλους του και να αντιγράψει. &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Οι συνέπειες της στάσης του:&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Αυτός ο μαθητής τελειώνει το σχολείο χωρίς να μάθει απολύτως τίποτα. Στην ενηλικίωσή του είναι ανάξιος για κάθε εργασία. Δεν τον εκτιμούν οι συμπολίτες του, αντίθετα τον περιφρονούν. &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;ΙΔΕΕΣ – ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΑ: &lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;- Ο Λασκαράτος ελέγχει τα τοπικά ελαττώματα των συμπατριωτών του, ενώ ταυτόχρονα αποβλέπει στη διόρθωση, γι’ αυτό και ο σκοπός του είναι διδακτικός. &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;- Η υπερβολή στην οποία καταλήγει με τα ελαττώματα του κακού μαθητή αποσκοπεί προφανώς στο να εκφοβίσει, προκειμένου να πετύχει «την τιμίαν ωφέλειαν». &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;- Το συμπέρασμα είναι τολμηρό και αυθαίρετο, ωστόσο είναι σύμφωνο με τις αντιλήψεις εκείνης της εποχής για το ρόλο του μορφωμένου πολίτη και μάλιστα στην αγγλοκρατούμενη κοινωνία των Επτανήσων.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Παράλληλο κείμενο&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Γυρίζω από το σχολείο μου κατά τις 2 το μεσημέρι. Μόλις φάω, στρώνομαι να μελετήσω ξένη γλώσσα. Παίρνω και αγγλικά και γαλλικά. Μέχρι πέρσι μάθαινα αγγλικά μόνο, μα από φέτος με γράψανε και στα γαλλικά. Είναι καλύτερα να ξέρεις δύο ξένες γλώσσες παρά μία. Και ύστερα δεν πρέπει, λέει, ν’ αφήσω στη μέση τα γαλλικά του σχολείου. Τώρα μάλιστα με την Κοινή Αγορά…&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Κι εγώ συμφωνώ με όλα αυτά, και με ακόμη περισσότερα, αλλά πώς μπορεί να γίνει; Πηγαίνω, λοιπόν, μέρα παραμέρα στα αγγλικά και μέρα παραμέρα στα γαλλικά. Σύνολο· μέρες έξι. Μα, δεν φτάνει να πηγαίνεις μόνο εκεί, πρέπει και να διαβάζεις. Να γράφεις, να μελετάς, να κάνεις τις ασκήσεις σου. Εκτός αυτού πρέπει και να… πηγαίνεις. Να μεταβαίνεις, εννοώ, να διαθέτεις και για τον πηγαιμό κάποιο χρόνο. Αφήνω, βέβαια, τον ερχομό. Κάθε απόγευμα, λοιπόν, 4-5, ξένη γλώσσα.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;   Μετά, από κεί, τρέχω αγκομαχώντας για το φροντιστήριο. Αυτό αρχίζει στις 6. Πηγαίνω σ’ ένα φροντιστήριο κάπως μακρινό, που σημειώνει όμως μεγάλες επιτυχίες. Αυτό το διάβασα κάποτε και στην εφημερίδα, σε μια διαφήμιση, όπου δημοσιευόταν κατάλογος μαθητών του φροντιστηρίου που είχαν πετύχει στις Ανώτατες Σχολές. Εκεί κάνω μάθημα δυο ώρες, αλλά δυο ώρες καθημερινά· φυσική, χημεία, μαθηματικά, τέτοια. Έκθεση δεν κάνω, θεωρούμαι καλός. Ο πατέρας μου όμως λέει ότι από του χρόνου θα με γράψει και σε ένα άλλο φροντιστήριο, όπου διδάσκουν μόνο έκθεση, μα είναι άσοι των άσων. Όλα τα ρητά, όλα τα γνωμικά, όλες τις παροιμίες, τις αφηρημένες έννοιες, προλόγους, επιλόγους, και κυρίως θέμα, σε όλα εκεί γίνεσαι ξεφτέρι. Αφήνω πια ορθογραφίες και σύνταξη, ώσπου να πεις ένα, τα ξέρεις. Φυσικά όλο επιτυχίες έχουν κι αυτοί. Αλλά ο πατέρας μου λέει και κάτι άλλο: Μόλις προχωρήσω στα γαλλικά, θα με γράψει και στα γερμανικά. Τρεις γλώσσες σήμερα είναι μεγάλο εφόδιο, λέει. Και δέκα γλώσσες είναι μεγάλο εφόδιο, αλλά πότε μαθαίνονται, σκέφτομαι εγώ.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;  Πάντως, αν καταλαβαίνω καλά από του χρόνου το πρόγραμμά μου θα είναι έτσι περίπου διαμορφωμένο: Από το πρωί ως το μεσημέρι σχολείο, το απομεσήμερο διάβασμα ξένων γλωσσών, μετά παρακολούθηση ξένων γλωσσών, ύστερα φροντιστήριο φυσικής και μαθηματικών, κατόπι φροντιστήριο έκθεσης και μετά κατά τις δέκα το βράδυ γυρισμός στο σπίτι για να φάω κάτι και να κοιτάξω επιτέλους τα μαθήματα μου. Και ευτυχώς που δεν είμαι κορίτσι, γιατί θα με είχανε γράψει και στο μπαλέτο.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Αλλά πόσο μπορεί να διαβάσει κανείς έτσι; Δυο δυόμιση ώρες το πολύ, μετά αρχίζει το νύσταγμα. Και να κάθομαι πάνω από το βιβλίο, δεν καταλαβαίνω τίποτε. Μα μήπως μόνο αργά το βράδυ δεν καταλαβαίνω; Πολύ φοβούμαι ότι έχω αρχίσει να μην καταλαβαίνω και τις άλλες ώρες. Δεν μπορώ να καταλάβω πώς τα καταφέρνουνε μερικοί συμμαθητές μου. Και στα μαθήματα καλοί, και στον αθλητισμό στην εντέλεια. Εγώ δεν ξέρω τίποτε άλλο παρά μόνο όσα ανάφερα, αλλά εδώ που τα λέμε, όχι καλά κι αυτά.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;     Μα μήπως στις ξένες γλώσσες είμαι καλός; Μισά και κολοβά κι εκεί τα παρουσιάζω. Ούτε τις ασκήσεις όλες, ούτε τις ερωτήσεις όλες, ούτε στα προφορικά καλός. Βαρέθηκα πια να στραβομουτσουνιάζουν οι δάσκαλοι και να μου λεν τα υπονοούμενά τους.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;  &lt;/span&gt; &lt;span style="font-weight:400;"&gt;Όσο για το φροντιστήριο, έχω χάσει την επαφή, δεν καταλαβαίνω τι λένε. Αφού δεν μελετώ καθόλου, πώς να τους παρακολουθήσω; Ο καθηγητής εκεί πολύ καλός –απέξω και ανακατωτά τα ξέρει– μου είπε μια μέρα: «Κάθισε εδώ, κάτι θα μείνει. Κάποτε θα τα μάθεις». Στεναχωρήθηκα, αυτός ο υπαινιγμός καθόλου δεν μου άρεσε, και μου ήρθε να του πω «Κύριε, σας παρακαλώ, στους γονείς μου να τα πείτε αυτά, που εννοούν, να μου τα μάθουν όλα μαζεμένα». Έχουν κάνει για μένα ένα σχέδιο και δώστου. Κι αυτό κι εκείνο και τ’ άλλο.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;    Στοργικοί γονείς, το αναγνωρίζω και τους αγαπάω, αλλά απορώ πώς δεν καταλαβαίνουν ότι δεν είναι δυνατό να μάθω όλα αυτά τα πράγματα. Κι εγώ το βλέπω ότι είναι εντελώς απαραίτητες οι ξένες γλώσσες, όχι όμως όλες μαζί αυτή τη στιγμή, γιατί και θα κουραστώ και δεν θα μάθω.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Κι εγώ επίσης συμφωνώ ότι πρέπει να πετύχω σε μια Ανώτατη Σχολή, να σπουδάσω κάτι. Αλλά όχι να έχω παρατήσει ουσιαστικά το σχολείο, όπου παίρνεις μια γενική μόρφωση, από την πρώτη Λυκείου και να θεωρώ ως πρώτο και κύριο το φροντιστήριο.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Καλοί και χρυσοί είσαστε –προπαντός χρυσοί– αλλά το σχολείο είναι άλλο πράγμα. Δεν μπορώ να σας το πω αλλά το νιώθω. Από μικρό παιδί μ’ έβαλαν στα φροντιστήρια να σκέφτομαι πάνω σε δυο τρία πράγματα σαν κανένας ειδικός και να αγνοώ όλα τα άλλα. Αυτή η λατρεία της επιτυχίας μ’ αηδιάζει. Και ζηλεύω, ζηλεύω πολύ, αυτά τα παιδιά που βαδίζουν με σιγουριά και μέτρο.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;   Οι δικοί μου όμως δεν παίρνουν από λόγια. Όποτε έκανα να τους τα πω, αγρίεψαν άσχημα. Δεν ξέρεις, μου λένε, δεν ξέρεις εσύ πόσο δύσκολη είναι η ζωή. Πρέπει να μπεις οπωσδήποτε στις Ανώτατες Σχολές· Πολυτεχνείο, Ιατρική, Φαρμακευτική, Χημεία…&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; &lt;/span&gt; &lt;span style="font-weight:400;"&gt;Από τώρα με πιάνει σύγκρυο, για το τι έχω να τραβήξω, όταν θα έρθει εκείνη η ώρα. Μου έρχεται να τους πω· κι αν μπω στις Τεχνικές Σχολές, τι πειράζει; Άσχημα ζει ο τάδε, ο τάδε και ο τάδε; Αλλά πού μπορώ να τα πω αυτά; Η μάνα μου είναι ικανή να λυποθυμήσει. Αλίμονό μας, αν πάω σε Τεχνική Σχολή. Οι φιλενάδες της θα μας κάνουν κοινωνικό αποκλεισμό, ιδίως εκείνες που τα παιδιά τους μπήκαν σε Πανεπιστήμια, έστω και σε κάτι ξένα, της κακιάς ώρας.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;   Βέβαια δεν ζηλεύω αυτούς που χαζεύουν μέρα νύχτα στην τηλεόραση, στους σινεμάδες και στις βόλτες, αυτοί είναι το άλλο άκρο, μα τους άλλους, αυτούς τους μετρημένους, τους ζηλεύω. Εγώ ούτε αθλητισμό κάνω, ούτε γενικότερο κατατοπισμό έχω, ούτε και καμιά ψυχαγωγία προφταίνω. Έχω σκεβρώσει «ψυχή τε και σώματι», όπως μας έλεγε ένας καθαρευουσιάνος καθηγητής. Θέλω να προσέξω τον εαυτό μου, να βρω κάπως το δρόμο μου, και δεν μπορώ.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;   Το κακό είναι πως ούτε και σ’ αυτά που ασχολούμαι είμαι καλός, για να ‘χω τουλάχιστο αποκεί μια ικανοποίηση. Στο σχολείο, είμαι βέβαιος, πως θεωρούμαι πολύ μέτριος μαθητής και είναι σωστή η τοποθέτηση που μου κάνουν. Τι περιμένεις από τόσο λίγο διάβασμα και μάλιστα νυσταλέο; Τα βιβλία του σχολείου σχεδόν δεν τα ανοίγω πια. Διαβάζω μόνο «βοηθήματα», τυφλοσούρτες, όπως τα λένε, που σου τα ‘χουν όλα έτοιμα, μασημένα, για να μπορέσω να προφτάσω. Τα σχολικά βιβλία θέλουν κόπο, κάποια έρευνα, γύρισμα αποδώ κι αποκεί, ενώ με τις περιλήψεις, τις λύσεις, τις απαντήσεις, τις μεταφράσεις, τα διαβάζεις όλα πολύ εύκολα. Θα μου πεις, βέβαια, τι μαθαίνεις, τι ωφελείσαι; Πάντως, είσαι εντάξει κι αυτό έχει κάποια σημασία. Μερικοί όμως καθηγητές, και μάλιστα οι καλύτεροι, ξινίζουνε τα μούτρα τους, όταν του τα λες από βοηθήματα. Και τελικά, ενώ τους τα είπες, σου βάζουνε μικρό βαθμό. Αυτοί θέλουνε διάβασμα, διάβασμα από το σχολικό βιβλίο, κι αν είναι δυνατό και παραπάνω από το σχολικό βιβλίο. Και ποιος δεν το θέλει; Όμως πώς να προφτάσω;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;  Αχ, πολύ βαρύς φέτος ο χρόνος. Κι εγώ νιώθω πολύ βαρύς, βαρύς και βαριεστημένος. Θα ξενοιάσω άραγε κι εγώ, έστω για λίγο κάποτε, σαν παιδί που είμαι;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Γιώργος Ιωάννου, "Μετρημένα καρύδια", Εφήβων και μη,&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Κέδρος, 1982, σελ. 128 - 132&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;[ Πηγές:&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Γ΄ Γυμνασίου, ΙΕΠ, "Διόφαντος" &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Εισαγωγή στην Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Α', Β', Γ' Γυμνασίου, ΙΕΠ, "Διόφαντος"&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;http://ebooks.edu.gr&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;https://blogs. sch.gr /&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;http://users.sch.gr/ &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;http://www.benaki.gr&lt;/span&gt;&lt;strong&gt; ]&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;</description><pubDate>Mon, 08 Sep 2025 10:34:56 +0300</pubDate><guid isPermaLink='false'>Mon, 08 Sep 2025 10:34:56 +0300673187</guid></item><item><title>Oδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί. Η Γένεσις. Τα Πάθη, Ε΄»</title><link>https://eclass.sch.gr/modules/announcements/index.php?an_id=673179&amp;course=3701046161</link><description>&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Oδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί. Η Γένεσις. Τα Πάθη, Ε΄»&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Η Γένεσις&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Στον τρίτο ύμνο της Γενέσεως&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;, ο ποιητής υμνεί τη δημιουργία των νησιών και της θάλασσας. Οι &lt;/span&gt;&lt;strong&gt;περιγραφές&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; παραπέμπουν σε &lt;/span&gt;&lt;strong&gt;εικόνες του αιγαιοπελαγίτικου τοπίου&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;, το οποίο δοξολογείται συχνά στην ποίηση του Oδυσσέα Ελύτη.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Η "Γένεσις" παραπέμπει ξεκάθαρα στο αντίστοιχο κομμάτι της Δημιουργίας στην Παλαιά Διαθήκη.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;"Τότε είπε και γεννήθηκεν η θάλασσα Και είδα και θαύμασα."&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Ο λόγος του Θεού, αποτελεί τη γενεσιουργό δύναμη της νέας αυτής μορφής του κόσμου. Αυτός ορίζει και η θάλασσα αμέσως γεννιέται, προκαλώντας τον εύλογο θαυμασμό του ποιητικού υποκειμένου.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Στο ποίημα συνυπάρχουν δύο φωνές: &lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;εκείνη του Θεού, που έχει κυρίαρχο ρόλο στο συγκεκριμένο απόσπασμα, κι η φωνή του ποιητή, που καλύπτει συγκριτικά πολύ λιγότερους στίχους. &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;"Και στη μέση της έσπειρε κόσμους μικρούς κατ’ εικόνα και ομοίωσή μου:"&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Στη μέση της θάλασσας ο Θεός σπέρνει τα νησιά, που δημιουργούνται κατ’ εικόνα και ομοίωση όχι του θεϊκού δημιουργού τους, αλλά του ποιητή και - κατ’ επέκταση - των ανθρώπων. Η νέα αυτή πλάση φτιάχνεται με βάση τα ανθρώπινα μέτρα και όχι τα θεϊκά, αφού πλέον οι άνθρωποι πρέπει να αντιμετωπίσουν τις ατέλειές τους. Είναι ανθρώπινη. Αν, λοιπόν, θέλουν να συνυπάρξουν γαλήνια, θα πρέπει να αποδεχτούν την έλλειψη τελειότητας. &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Από την άλλη, ο ποιητής είναι εκείνος που καλείται να εξυμνήσει τον νέο κόσμο και να αποκαλύψει τις ομορφιές του. Άρα, έχει τη δύναμη να δώσει νέο νόημα στην ανθρώπινη ύπαρξη&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;, εφόσον χάρη στη δική του παρέμβαση οι άνθρωποι θα κληθούν να αναθεωρήσουν τη στάση τους απέναντι στη ζωή, αποκτώντας υψηλότερο ήθος.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;"Ίπποι πέτρινοι με τη χαίτη ορθή και γαλήνιοι αμφορείς και λοξές δελφινιών ράχες"&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Με τρεις διαδοχικές&lt;/span&gt;&lt;strong&gt; παρομοιώσεις &lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;ο ποιητής παρουσιάζει συνυποδηλωτικά την ποικιλία στις μορφές των νησιών, που μόλις δημιούργησε ο Θεός. Καταγράφει τις&lt;/span&gt;&lt;strong&gt; εικόνες&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; που του δημιουργεί&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; η έντονη ποικιλομορφία των ελληνικών νησιών&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;. Κάποια μοιάζουν με πέτρινα άλογα, που έχουν ανασηκωμένη τη χαίτη τους. Η ορθή χαίτη &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;παραπέμπει, πιθανώς, στην παρουσία βουνών&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;, πάνω σε νησιά στα οποία δεσπόζει το στοιχείο της πέτρας, ενώ απουσιάζει ο πλούτος της βλάστησης. Κάποια νησιά μοιάζουν με γαλήνιους αμφορείς. Η αναφορά στα αγγεία&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; παραπέμπει στην αρχαιοελληνική τέχνη&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;, συνδέοντας το παρόν του ελληνισμού με την κλασική του παράδοση.&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; Το επίθετο "γαλήνιος" &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;τονίζει ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά των νησιών, την ηρεμία, που προσφέρουν στους επισκέπτες τους χάρη στην ομορφιά του τοπίου, αλλά και στην αποστασιοποίηση από τον μηχανιστικό τρόπο ζωής. Κάποια νησιά παρομοιάζονται με λοξές ράχες δελφινιών, φέρνοντας στη σκέψη &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;την εικόνα&lt;/span&gt; &lt;span style="font-weight:400;"&gt;του κάλλους και της ζωντάνιας του θαλάσσιου κόσμου&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;"η Ίος η Σίκινος η Σέριφος η Μήλος"&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Στις λέξεις αυτές δημιουργείται &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;παρήχηση του "σ"&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; και μεταφέρει στον αναγνώστη την ατμόσφαιρα του αιγαιοπελαγίτικου τοπίου ακουστικά.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;"Κάθε λέξη κι από ‘να χελιδόνι για να σου φέρνει την άνοιξη μέσα στο θέρος"&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Ο Θεός,&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; μετά τη δημιουργία των νησιών, λέει στον ποιητή πως το όνομα κάθε νησιού θα είναι κι από ένα χελιδόνι, για να φέρνει σ’ αυτόν (και σε όλους τους ανθρώπους) την άνοιξη μέσα στο καλοκαίρι. Θα αποτελεί &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;σύμβολο ελπίδας&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;, εφόσον θα εγκαινιάζει τον έρωτα και την αναμονή μιας αναγέννησης. Τα νησιά θα αποτελούν στηρίγματα για τους πολύπαθους ανθρώπους.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;"Και πολλά τα λιόδεντρα που να κρησάρουν στα χέρια τους το φως"&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Τα λιόδεντρα&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; προσωποποιούνται, προκειμένου να παρουσιαστεί η ευεργετική σκιά τους&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; ως συνεισφορά συνειδητή. Πρόκειται για μια προσφορά αγάπης, που πρέπει να εκτιμηθεί και να κυριαρχήσει &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;ο σεβασμός για το φυσικό περιβάλλον.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;"και πολλά τα τζιτζίκια που να μην τα νιώθεις όπως δε νιώθεις το σφυγμό στο χέρι σου&lt;/strong&gt;&lt;strong&gt;" &lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Στα νησιά τα τζιτζίκια περισσεύουν, ώστε ο άνθρωπος να συνηθίσει το τραγούδι τους, σε σημείο που να μην το νιώθει καν, όπως ακριβώς συμβαίνει και με την αδιάκοπη κίνηση του αίματος στις φλέβες και τις αρτηρίες του.&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; Με την παρομοίωση αυτή ο ποιητής υπενθυμίζει την τάση των ανθρώπων να αποδέχονται ως αναπόσπαστο μέρος της καθημερινότητάς τους οτιδήποτε βιώνουν συνεχώς.&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; Έτσι, ο ήχος των τζιτζικιών, ίσως ενοχλητικός για τον αμύητο επισκέπτη, δεν θα προκαλεί καμία δυσφορία στους νησιώτες.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;"αλλά λίγο το νερό για να το ‘χεις Θεό και να κατέχεις τι σημαίνει ο λόγος του"&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Η &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;αντίθεση &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;ανάμεσα στην πληθώρα των τζιτζικιών και την έλλειψη του νερού τονίζει με μεγαλύτερη ενάργεια &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;τη σημασία που οφείλουν να δίνουν οι άνθρωποι στο στοιχείο αυτό&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;, που είναι απολύτως αναγκαίο για την ύπαρξή τους. Αυτό γίνεται αισθητό σε περιοχές με λειψυδρία, όπως συμβαίνει σε αρκετά ελληνικά νησιά. Έτσι, οι άνθρωποι θα πρέπει να διαφοροποιήσουν την&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; ιεράρχηση των αξιών&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;, αντί να αναλώνονται σ’ έναν μάταιο αγώνα αντιπαραθέσεων ή απόκτησης πλούτου και κύρους.&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; Συμβολικά, ο λόγος του νερού σχετίζεται με τον Λόγο του Θεού&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;, που είναι σε θέση να ικανοποιήσει κάθε ψυχική και πνευματική ανάγκη των ανθρώπων.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;"και το δέντρο μονάχο του χωρίς κοπάδι για να το κάνεις φίλο σου και να γνωρίζεις τ’ ακριβό του τ’ όνομα"&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Γνώρισμα των ελληνικών νησιών είναι και η απουσία πυκνής βλάστησης. Τα δέντρα που κοσμούν τον ηπειρωτικό ελληνικό κορμό σπανίζουν στον νησιωτικό χώρο. Έτσι,&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; ο άνθρωπος καλείται να κάνει φίλο του το μοναχικό δέντρο και να εκτιμήσει βαθιά τις υπηρεσίες του&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;,  όπως και να γνωρίσει το ανεκτίμητο όνομά του. Το προσωποποιημένο δέντρο που στέκει μονάχο του, χωρίς να έχει κοπάδι, παραπέμπει, επίσης, στην ατομικότητα και στη μοναδικότητα. Ο άνθρωπος στην ελληνική γη δεν ακολουθεί τον συμβατισμό, μα στέκει όρθιος, δυναμικός, κρίνει, επιλέγει, αυτενεργεί.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;"φτενό στα πόδια σου το χώμα για να μην έχεις πού ν’ απλώσεις ρίζα και να τραβάς του βάθους ολοένα"&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Το χώμα των ελληνικών νησιών είναι φτενό (λεπτό), άγονο. Οι κάτοικοί τους δεν μπορούν να βασιστούν στη δυνατότητα της γης να τους θρέφει και δεν έχουν, έτσι, το προνόμιο ν’ απλώσουν τις ρίζες τους, όπως θα συνέβαινε αν είχαν την αίσθηση της ασφάλειας. Πρόκειται για μια &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;δυσκολία αντικειμενική, που λειτουργεί θετικά, εφόσον ωθεί στη συνεχή πάλη και στην ωριμότητα.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;"και πλατύς επάνου ο ουρανός για να διαβάζεις μόνος σου την απεραντοσύνη."&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Ο πλατύς ελληνικός ουρανός προσφέρει απλόχερα την απεραντοσύνη του σύμπαντος. Το άτομο αντιλαμβάνεται την προσφορά του και γίνεται ταπεινό,&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; κατανοώντας τη δική του ασημαντότητα μπροστά στην απέραντη πλάση. &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Ο κάθε άνθρωπος δεν είναι παρά ένα εφήμερο πλάσμα μέσα σ’ ένα δίχως όρια σύμπαν. Η προσωρινότητα της ύπαρξής του δεν επιτρέπει, επομένως, την αλαζονική συμπεριφορά&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;. Η απεραντοσύνη του ουρανού είναι ένα συνεχές κάλεσμα για το άνοιγμα της ανθρώπινης καρδιάς, καθώς και για την εκτίμηση του αισθήματος ελευθερίας&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;. Η ικανότητα του ατόμου να διαβάζει την απεραντοσύνη στον ελληνικό ουρανό σχετίζεται και με την ηπιότητα του καιρού στον ελληνικό χώρο, αλλά και με την ψυχοσύνθεση των Ελλήνων.&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; Ο καθαρός ουρανός συνδέεται με την καθαρότητα της σκέψης &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;και του πνεύματος των ανθρώπων αυτού του τόπου.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;"ΑΥΤOΣ ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας!"&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Στους στίχους αυτούς&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; κορυφώνεται ο θαυμασμός του ποιητή για τη γένεση του νέου κόσμου&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;. Εμπεριέχουν μια&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; φαινομενική αντίφαση, που αναιρείται, αν ληφθεί υπόψη ως προς τι συγκρίνεται κάθε φορά η ελληνική γη. Η Ελλάδα είναι μικρή σε ό,τι αφορά τη γεωγραφική της έκταση. Ωστόσο, είναι μεγάλη, αν εξεταστεί ως προς την προσφορά της στον πνευματικό και ανθρωπιστικό πολιτισμό. &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Έχει γεννήσει και θρέψει τη   φιλοσοφία, τη δημοκρατία, το θέατρο, την αμφισβήτηση, την ποίηση, την ομορφιά.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Στο κείμενο διακρίνουμε χαρακτηριστικά της υπερρεαλιστικής γραφής&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;, &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;με τολμηρές στη σύλληψή τους ονειρικές εικόνες και χρήση συμβόλων: "Ίπποι πέτρινοι με τη χαίτη ορθή και γαλήνιοι αμφορείς και λοξές δελφινιών ράχες" Ο ελλαδικός, αιγαιοπελαγίτικος, νησιωτικός κόσμος, αν και μικρός, είναι ένας πλήρης κόσμος απέραντης ομορφιάς (κόσμος= στολίδι) και ένας  ολοκληρωμένος κόσμος απίστευτης τελειότητας (κόσμος= σύμπαν). Είναι φτιαγμένος με τέτοιο τρόπο, που δεν οδηγεί τον άνθρωπο σε πνευματικό τέλμα, στην κατάχρηση και την υπερβολή, αλλά στο μέτρο, το σεβασμό του περιβάλλοντος και των φυσικών πόρων, στην πνευματική και πολιτισμική ανάπτυξη. Γιατί οι φαινομενικές ελλείψεις του είναι στην πραγματικότητα τα εργαλεία, τα κίνητρα του ανθρώπου να εμβαθύνει τη σκέψη του αφενός, να μην φοβάται να ξανοίγεται στο άπειρο αφετέρου, να κρατά ετοιμοπόλεμο και ελεύθερο το πνεύμα του". Αυτό είναι το όραμα του ποιητή.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Το Άξιον Εστί αποτελεί μια μακροσκελή ποιητική σύνθεση που χωρίζεται σε τρεις μεγάλες ενότητες. Η ονομασία που τους δίνει ο ποιητής (Γένεσις, Πάθη, Δοξαστικόν)&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;, &lt;/span&gt;&lt;strong&gt;καθώς και διάφορες εκφράσεις&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; (π.χ. «Τότε είπε και γεννήθηκεν η θάλασσα» θυμίζει το στίχο της Παλαιάς Διαθήκης «και είπεν ο Θεός· γεννηθήτω το φως· και εγένετο φως», Γένεσις Α3) &lt;/span&gt;&lt;strong&gt;παραπέμπουν τον αναγνώστη σε κείμενα της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, καθώς και της ευρύτερης χριστιανικής υμνολογίας.&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; Το εν λόγω απόσπασμα ανήκει στην ενότητα της Γενέσεως και αποτελεί τον τρίτο της ύμνο. &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Ο. Ελύτης, Το Άξιον Εστί, Ίκαρος&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Τα Πάθη, Ε'&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Σχολιασμός:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Στον πέμπτο ψαλμό των Παθών, του δεύτερου μέρους της σύνθεσης Το Άξιον Εστί, ο Oδυσσέας Ελύτης αναδεικνύει &lt;/span&gt;&lt;strong&gt;τη σημασία της μνήμης στον αγώνα του ελληνικού λαού για την επιβίωση και την ελευθερία του.&lt;/strong&gt; &lt;span style="font-weight:400;"&gt;Τα Πάθη αναφέρονται στον πόλεμο του 1940 και στην οδυνηρή εμπειρία της Κατοχής και παραλληλίζονται με τα πάθη του Χριστού.&lt;/span&gt; &lt;strong&gt;Η Ανάστασή Του προοιωνίζεται, κατά τον ποιητή, την απελευθέρωση του ελληνικού έθνους και τη δικαίωση των αγώνων του.&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Ο Οδυσσέας Ελύτης εμπνέεται από τα δεινά που πέρασε ο ελληνικός λαός στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η Κατοχή, η απόλυτη εξαθλίωση των ανθρώπων, ο Εμφύλιος πόλεμος κι η διάλυση της ελληνικής κοινωνίας &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;τον εξωθούν στην "αναδημιουργία" αυτής&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;. &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Η οδύνη του για την αποβαρβάρωση των ανθρώπων τον ωθεί σε μια νέα ποιητική απόπειρα, κοσμογονικού χαρακτήρα. &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Έτσι, στην ενότητα "Γένεσις", ο ποιητής αναλαμβάνει αυτό το έργο, για να ευαισθητοποιήσει τους δέκτες. Η απληστία, το μίσος, η φιλαρχία δεν έχουν θέση στον νέο αυτό κόσμο. &lt;/span&gt;&lt;strong&gt;Οι άνθρωποι καλούνται να ιεραρχήσουν εκ νέου τις αξίες τους και να δώσουν προτεραιότητα σ’ εκείνες που τους ενώνουν ως απαρχή για μια διαφορετική πορεία της ανθρωπότητας προς την ειρήνη και τον ανθρωπισμό.&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Το απόσπασμα αυτό έχει ελεγειακό τόνο. Ο ποιητής &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;χρησιμοποιώντας το δεύτερο ενικό πρόσωπο απευθύνεται στη μνήμη, δίνοντάς της έτσι ανθρώπινη οντότητα και αυθυπαρξία&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;. Ο ρόλος, άλλωστε, που αυτή παίζει μέσα στην ανθρώπινη ιστορία αποτελεί τον &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;βασικό μοχλό&lt;/span&gt; &lt;span style="font-weight:400;"&gt;του ποιήματος&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;. Η μνήμη καίει πάνω στα βουνά και μέσα από το φως της περνάει ζωντανή η ελληνική ιστορία. Η φράση «&lt;/span&gt;&lt;strong&gt;άκαυτη βάτος&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;» παραπέμπει άμεσα στην Παλαιά Διαθήκη. Η αναφορά αμέσως μετά στα ονόματα &lt;/span&gt;&lt;strong&gt;Πίνδος και Άθως&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; αποτελεί μια σαφή γείωση τόσο στα βιώματα του ποιητή από το αλβανικό μέτωπο, με το όνομα Πίνδος, όσο και στο πλαίσιο που κινείται όλο το Άξιον Εστί,η οποία &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;συνδέεται με τη βυζαντινή - χριστιανική κληρονομιά, με τη χερσόνησο του Άθω&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;. Ο Ελύτης πολέμησε στην Πίνδο και έτσι το όνομα αυτό είναι βαθιά συνδεδεμένο όχι μόνο με την προσωπική του μνήμη, αλλά και με τη μνήμη μιας ολόκληρης γενιάς που έζησε τον πόλεμο. &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Δεν είναι τυχαίο ότι αυτός ο στίχος επαναλαμβάνεται άλλες δυο φορές μέσα στο ποίημα, ίσως γιατί συνενώνει το παρελθόν με το παρόν. &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Στη συνέχεια ο ποιητής, με μια εμφατική επανάληψη της προσωπικής αντωνυμίας «&lt;/span&gt;&lt;strong&gt;εσύ&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;», &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;πλέκει τον ύμνο της μνήμης&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;. Αυτή είναι που δίνει νόημα και ταυτότητα στην ανθρώπινη ύπαρξη, αυτή είναι που&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; σφυρηλατεί γερά μυαλά και δίνει την υπόσχεση μετά το τέλος του εφιάλτη για μια &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;«&lt;/span&gt;&lt;strong&gt;πασχαλιάν αναστάσιμη&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;». Μέσα σε αυτό το υμνολόγιο&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; ο Ελύτης εισάγει και το στοιχείο του αρχαίου ελληνικού μύθου&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;. Στο στίχο «&lt;/span&gt;&lt;strong&gt;Εσύ μόνη απ' τη φτέρνα τον άντρα γνωρίζεις&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;» γίνεται μια σαφής αναφορά στον μύθο του Αχιλλέα και στη «βάπτισή του» στα νερά της Στυγός, προκειμένου να γίνει αθάνατος. Μόνο η φτέρνα του από την οποία τον κρατούσε η μητέρα του, η Θέτις, δε μετείχε στην αθανασία και αποτελούσε το τρωτό σημείο του. Αξίζει, επίσης, να επισημανθεί το σημείο όπου ο ποιητής μιλάει με ένα &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;κλιμακωτό σχήμα&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; για τη &lt;/span&gt;&lt;strong&gt;δύναμη της μνήμης, μια δύναμη που πολλές φορές πρέπει να περάσει μέσα από τη φωτιά, για να φτάσει στη λάμψη, στη λύτρωση, για να φτάσει στα βουνά τα&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; «&lt;/span&gt;&lt;strong&gt;χιονόδοξα&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;». Στα βουνά τοποθετείται από την αρχή η φωτιά της μνήμης, γιατί τα βουνά είναι αυτά που συσσωρεύουν την ελληνική ιστορία και τους αγώνες, ειδικά την περίοδο του Β' Παγκόσμιου πολέμου. &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Στα βουνά αυτά βρίσκονται τα θεμέλια της ποιητικής υποκειμενικότητας και με αυτά κλείνει το ποίημα&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;. Η&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; κυκλική επαναφορά&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;, στο τέλος&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; των πρώτων τεσσάρων στίχων&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;, υπογραμμίζει γλαφυρά με αυτό το σχήμα της επανάληψης τη &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;σφραγίδα της ελληνικής τοπογραφίας πάνω στην ανθρώπινη μνήμη και ιστορία&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;. Τα βουνά είναι τα βάσανα και η ιστορία του λαού και αυτά τα σηκώνει στον ώμο του. Η μνήμη πολλές φορές είναι τόσο βαριά όσο αυτά τα βουνά, αλλά και ταυτόχρονα τόσο λυτρωτική όσο και η λάμψη της κορυφής.&lt;/span&gt;&lt;strong&gt; Αντίθετα με τον τρίτο ψαλμό της Γενέσεως&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;, όπου κυριαρχεί η πιο ανάλαφρη και φωτεινή ατμόσφαιρα της θάλασσας, στο εν λόγω απόσπασμα&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; η πρωτοκαθεδρία του ορεινού τοπίου προσδίδει μια πιο βαριά και σκοτεινή διάθεση&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;.  &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Βιογραφικό σημείωμα:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Οδυσσέας Ελύτης (1911-1996): Φιλολογικό ψευδώνυμο του Οδυσσέα Αλεπουδέλη. Γεννήθηκε στο Ηράκλειο. Καταγόταν από τη Λέσβο. Σπούδασε Νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Στα ελληνικά γράμματα εμφανίστηκε το 1935. Γράφει αφομοιώνοντας τα πιο ουσιώδη στοιχεία του υπερρεαλισμού. Σημαντική τομή αποτελεί το &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Άξιον Εστί&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;. Γενικά, θεωρείται ως ένας από τους πιο σημαντικούς νεοέλληνες ποιητές, που με την πλούσια φαντασία του ανανέωσε την ελληνική ποίηση. &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Το 1979 τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ της λογοτεχνίας&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;. Το έργο του: α) &lt;/span&gt;&lt;strong&gt;Ποιητικές συλλογές&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;: Προσανατολισμοί (1940), Ήλιος ο Πρώτος (1943), Άσμα Ηρωικό και Πένθιμο για το Χαμένο Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας (1945), &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Το Άξιον εστί&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; (1959), Έξι και Μια Τύψεις για τον Ουρανό (1960), Το Φωτόδεντρο και η Δέκατη Τέταρτη Ομορφιά (1971), Ο Ήλιος ο Ηλιάτορας (1971), Θάνατος και Ανάσταση του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου (χειροποίητη έκδοση του γλύπτη Κουλεντιανού, Παρίσι 1971), Το Μονόγραμμα (1972), Τα Ετεροθαλή (1974), Μαρία Νεφέλη (1978), Ο μικρός ναυτίλος (1985), Δυτικά της λύπης (1995) κ.ά. β) &lt;/span&gt;&lt;strong&gt;Δοκίμια:&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; Ο Ζωγράφος Θεόφιλος (1973), Ανοιχτά χαρτιά (1974), Η Μαγεία του Παπαδιαμάντη (1976). γ) &lt;/span&gt;&lt;strong&gt;Μεταφράσεις&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;: Δεύτερη Γραφή (1976), μεταφράσεις ποιημάτων του Ρεμπώ, Λωτρεαμόν, Ελιάρ, Ζουβ, Ουγκαρέτι, Λόρκα, Μαγιακόφσκι. Μετέφρασε επίσης τα θεατρικά έργα: Νεράιδα του Ζιροντού, Ο Κύκλος με την Κιμωλία του Μπρεχτ και Δούλες του Ζενέ.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;[Πηγές:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Γ΄ Γυμνασίου, ΙΕΠ, "Διόφαντος"&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Εισαγωγή στην Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Α', Β', Γ' Γυμνασίου, ΙΕΠ, "Διόφαντος"&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;http://ebooks.edu.gr&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;https://e-didaskalia.blogspot.com /&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;a href="https://latistor"&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;https://latistor&lt;/span&gt;&lt;/a&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;.blogspot.com /&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;http://users.sch.gr/ Γ. Παπαθανασίου &lt;/span&gt;&lt;strong&gt;]&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;"Άξιον Εστί", Οδυσσέας Ελύτης&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Ο Μ.Θεοδωράκης&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; μελοποιεί αποσπάσματα του έργου: έναν ύμνο του πρώτου μέρους ( "Γένεσις"), τέσσερις ψαλμούς και τέσσερα άσματα του δεύτερου μέρους ("Πάθη") και μια επιλογή από τον ύμνο του τρίτου μέρους ( "Δοξαστικόν"), ενσωματώνοντας στη μουσική εκδοχή του "Άξιον Εστί" και τρία αναγνώσματα των "Παθών".&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Το "Άξιον Εστί" εκδόθηκε το Δεκέμβριο του 1959. &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Αποτελεί μια καμπή στο έργο του Οδυσσέα Ελύτη. Ο ποιητής, ξεκίνησε το 1929 από τον υπερρεαλισμό, ένα κίνημα που διακήρυξε την κατάργηση της λογικής αλληλουχίας στην τέχνη και που, κατά κάποιο τρόπο, αυτονομούσε τον ποιητή από το ιστορικό και κοινωνικό του περιβάλλον, δίνοντας προτεραιότητα στην ατομική έκφραση του υποσυνείδητου. Τριάντα χρόνια μετά και έχοντας βιώσει την ιστορική περιπέτεια του Ελληνισμού στη δεκαετία του 1940, αποφασίζει να υποτάξει τον ιδιαίτερο τρόπο της ποιητικής του έκφρασης στην ανάγκη να μιλήσει για την πατρίδα του. Το γεγονός ότι μεσολαβούν αρκετά χρόνια ποιητικής σιωπής από την έκδοσή της προηγούμενης συλλογής του ("Ήλιος ο πρώτος",1943) αποτυπώνει τις ωδίνες της γέννησης αυτής της μεγάλης ποιητικής σύνθεσης.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Πρόκειται για μια ποιητική σύνθεση χωρισμένη σε τρία τμήματα&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; (&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; Ι. Γένεσις ΙΙ. Πάθη ΙΙΙ. Δοξαστικόν&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;), στο καθένα από τα οποία εντοπίζεται &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;μια μορφική ποικιλία &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;(ύμνοι, ψαλμοί, αναγνώσματα, άσματα). &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Η ποικιλία αυτή αποκαλύπτει την πρόθεση του Ελύτη να αποδώσει μια μουσικότητα στη σύνθεση.&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; Είναι ξεκάθαρη η διάθεσή του  - και από τους τίτλους τόσο των τριών ενοτήτων όσο και από τον γενικό - να δώσει μια &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;χροιά θρησκευτικής τελετουργίας &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;στη σύνθεση, &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;όχι μόνο στη μορφή, αλλά και στο περιεχόμενο, καθώς όλη χαρακτηρίζεται από μια ανάλογη προσέγγιση της ζωής: &lt;/span&gt;&lt;strong&gt;Γέννηση – Πάθος – Θάνατος – Ανάσταση – Αθανασία. &lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Στο ίδιο σχήμα, βέβαια, εντοπίζεται και η επίδραση της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt; Ι. Η "Γένεσις"&lt;/strong&gt; &lt;strong&gt;αποτελείται από επτά ύμνους&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;, έναν από τους οποίους μελοποιεί ο Θεοδωράκης.&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; Αφηγείται τη γέννηση του Ενός και συγκεκριμένου ανθρώπου, που εντάσσεται σε ένα τοπίο που τον διαπλάθει &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;( "πολλά τα λιόδεντρα…"). Το σκηνικό του Αιγαίου, κυρίαρχο από την πρώτη του συλλογή ("Προσανατολισμοί",1939), είναι παρόν με τις παρομοιώσεις, που προετοιμάζουν την ευλαβική αναφορά στο όνομα των νησιών ("η Ίος, η Σίκινος, η Σέριφος, η Μήλος"). Συνάμα, δίνεται έμφαση στην αιθρία του ( "πλατύς επάνου ο ουρανός") και στη λιτότητά του ("λίγο το νερό…το δέντρο μοναχό του…φτενό στα πόδια σου το χώμα…"). Το τοπίο διαμορφώνει τον άνθρωπο, εφόσον η ανάγκη κάνει το νου να εμβαθύνει ( "για να μην έχεις πού ν’απλώσεις ρίζα και να τραβάς του βάθους ολοένα"). Στην ουσία, η αιθρία του τοπίου μετουσιώνεται σε άνοιξη του νου και του ήθους ( "πλατύς επάνου ο ουρανός για να διαβάζεις μόνος σου την απεραντοσύνη")."Ζυμώνει" το  άνθρωπο με τέτοιο τρόπο, ώστε από τον στενό κόσμο των ατομικών εμπειριών να αναχθεί στο άπειρο και  ο μικρός κόσμος να αποκαλύψει την αίγλη του αιώνιου ("Αυτός ο κόσμος ο μικρός ο μέγας"). Η ενότητα των πάντων είναι κάτι που η κοινή ανθρώπινη αντίληψη δεν μπορεί να συλλάβει, αφού περιορίζεται στις αποσπασματικές της εμπειρίες. Εδώ επεμβαίνει το ποιητικό υποκείμενο.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;ΙΙ. Στα "Πάθη" &lt;/strong&gt;&lt;strong&gt;συναντούμε 18 ψαλμούς, 12 άσματα και 6 αναγνώσματα&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;. Η βασική ιδέα παραμένει το ίδιο σχήμα: ατομικό και γενικό συνενώνονται με τρόπο ποιητικό, ανορθολογικό. &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Στα "Πάθη", όμως, υπάρχει ένα ιστορικό έπος με συγκεκριμένα χρονικά πλαίσια (Αλβανικό Έπος, Κατοχή, Απελευθέρωση)&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;. Αυτές οι ιστορικές εμπειρίες διοχετεύονται κυρίως στα "Αναγνώσματα", όπου φορέας της εμπειρίας είναι η ανθρώπινη ομάδα και τα γεγονότα που βίωσε. Στους "Ψαλμούς" υποκείμενο είναι το ποιητικό εγώ. Τέλος, στα "άσματα" εκφράζεται κάτι καθολικότερο και ομαδικότερο.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Ο Θεοδωράκης επιλέγει και μελοποιεί 4 ψαλμούς και 4 άσματα, ενσωματώνοντας και την αφήγηση τριών αναγνωσμάτων.&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; Το πρώτο ανάγνωσμα, "&lt;/span&gt;&lt;strong&gt;Η πορεία προς το μέτωπο&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;", αποτελεί την καταγραφή μιας επίπονης ορειβασίας στα βουνά της Ηπείρου, όπου προβάλλεται η συνάντηση με τους τραυματίες που υποχωρούν, ο ήχος των βομβαρδιστικών και ο προορισμός προς το φρικτό πεδίο του πολέμου. Μα στο άσμα που ακολουθεί ( "Ένα το χελιδόνι") αναδεικνύεται το πραγματικό τοπίο του προορισμού, που διαγράφεται πέρα από το ρεαλιστικό του πολέμου: πρόκειται για την εικόνα μιας Άνοιξης που ο ερχομός της απαιτεί θυσίες.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Το ανάγνωσμα "&lt;/span&gt;&lt;strong&gt;Η μεγάλη Έξοδος&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;" είναι βασισμένο σε ιστορικό γεγονός, την εκδήλωση διαμαρτυρίας που έγινε στην Αθήνα με την ευκαιρία του απαγορευμένου εορτασμού της 25ης Μαρτίου 1942, εκδήλωση που χτυπήθηκε βίαια από τις δυνάμεις Κατοχής.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Το επόμενο εμβληματικό άσμα ( "Της δικαιοσύνης ήλιε νοητέ") έρχεται σαν μια επίκληση, ώστε να αρθεί η αδικία που κατατρέχει τη χώρα, η οποία προκαλείται από "φίλους" και εχθρούς. Ακολουθεί η εξομολόγηση της πίκρας του ποιητικού υποκειμένου, όπως αποτυπώνεται στο άσμα "Της αγάπης αίματα".&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Στο ανάγνωσμα "&lt;/span&gt;&lt;strong&gt;Προφητικόν&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;" αναγγέλλεται η πραγματοποίηση του πανανθρώπινου ονείρου για μια κοινωνία βασισμένη στην ομορφιά και στην ειρήνη. Ωστόσο, πριν από αυτό, πρέπει οι λαοί να ακολουθήσουν το δρόμο του μαρτυρίου, να μεταβληθούν σε ερείπια, για να ξαναγεννηθεί ο κόσμος της ομορφιάς.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Ο τελευταίος Ψαλμός των "Παθών" προετοιμάζει το τρίτο μέρος της σύνθεσης &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;("Δοξαστικόν"). Είναι &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;μια πορεία στη χώρα της Αθανασίας και της Ήβης, όπου ο άνθρωπος ξαναβρίσκει όλα αυτά που κινδύνευσε να στερηθεί, κι αυτό επειδή νίκησε τον θάνατο σώζοντας τον Έρωτα, επειδή κράτησε την αθωότητά του με όπλο την ομορφιά της Τέχνης.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;III.Το "Δοξαστικό" &lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;είναι η κορύφωση της σύνθεσης. Σ'αυτό&lt;/span&gt;&lt;strong&gt; δοξολογείται ο κόσμος ο μικρός&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; (το θαλασσινό τοπίο, τα νησιά και οι άνεμοι, τα κορίτσια και το ερωτικό σκίρτημα της εφηβείας) &lt;/span&gt;&lt;strong&gt;ως μία γέφυρα που θα οδηγήσει στον κόσμο τον μέγα. &lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Μεσολαβεί ένας χαιρετισμός ("Χαίρε η Καιομένη και Χαίρε η Χλωρή…") σε ένα θηλυκό "εσύ", που συντίθεται στη συνείδηση του ποιητή από&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; εικόνες και συμβολισμούς της Παναγίας, της Πατρίδας, της Ελευθερίας και της Γυναίκας&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;. Τελειώνει με την τελική αξιολόγηση του παροδικού και του αιώνιου, όπου το παροδικό (&lt;/span&gt;&lt;strong&gt;"νυν&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;") και το αιώνιο (&lt;/span&gt;&lt;strong&gt;"αιέν"&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;) αντιπαραβάλλονται:&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;- Πρόσκαιρη είναι η ερωτική πράξη, αιώνια η συνείδηση της αγάπης.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;- Περαστικός ο θάνατος, αέναη η αρχή της ζωής.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;- Σύντομη η κίνηση των εφήμερων πλασμάτων, διηνεκές το μυστήριο της ύπαρξης.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;- Παροδικά τα έργα των ανθρώπων ("το περίβλημα της γης"), διαρκής η αναζήτηση της ψυχής.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;- Εφήμερο το σκοτάδι στην πίσω πλευρά του φεγγαριού, παντοτινό το φως του σύμπαντος.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;-Προσωρινός ο αριθμός εθνών και ανθρώπων, αιώνιος ο Θεός.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;- Περιστασιακή η σύγκρουση θρησκειών και δογμάτων ("η ταπείνωση των θεών"), περιορισμένη η ζωή του καθενός.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Εντούτοις, &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;σε όλα αυτά τα "νυν" υπάρχει η λανθάνουσα δύναμη του "αιέν&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;". Όμως, &lt;/span&gt;&lt;strong&gt;η θέαση του εφήμερου κόσμου ( "ο κόσμος ο μικρός") απαιτεί μια ιδιαίτερη αντιμετώπιση, ώστε ο άνθρωπος να οδηγηθεί στην όψη του αιώνιου ("o μέγας"). Προϋποθέτει τη βίωση με ένταση της μεμονωμένης στιγμής, ώστε να συλλάβει το χρόνο σε όλη την έκτασή του, πέρα από τους νόμους της φθοράς.&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; Άρα, "Άξιον Εστί" να ψάλλει η ψυχή του ανθρώπου για αυτόν τον κόσμο "τον μικρό, το μέγα"!&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;- Στη &lt;/span&gt;&lt;strong&gt;"Γένεση&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;" καταγράφεται ποιητικά η αναγέννηση του ποιητή και του ελλαδικού κόσμου.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;- Στα &lt;/span&gt;&lt;strong&gt;Πάθη&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; συνυφαίνονται τα πάθη της Ελλάδας και του ποιητή κατά το Β΄παγκόσμιο πόλεμο.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;- Το &lt;/span&gt;&lt;strong&gt;"Δοξαστικό&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;" αποτελεί μια δοξολογία - αποθέωση του ελληνικού κόσμου - τοπίου.   &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;[Πηγές:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Γ΄ Γυμνασίου, ΙΕΠ, "Διόφαντος"&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Εισαγωγή στην Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Α', Β', Γ' Γυμνασίου, ΙΕΠ, "Διόφαντος"&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;http://ebooks.edu.gr&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;https://e-didaskalia.blogspot.com /&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;https://latistor.blogspot.com /&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;a href="http://users.sch.gr/"&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;http://users.sch.gr/&lt;/span&gt;&lt;/a&gt; &lt;strong&gt;]&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;</description><pubDate>Sat, 06 Sep 2025 19:01:01 +0300</pubDate><guid isPermaLink='false'>Sat, 06 Sep 2025 19:01:01 +0300673179</guid></item><item><title>Με τον τρόπο του Γ. Σ. , Γ. Σεφέρης</title><link>https://eclass.sch.gr/modules/announcements/index.php?an_id=673178&amp;course=3701046161</link><description>&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Με τον τρόπο του Γ. Σ. , Γ. Σεφέρης&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Σχολιασμός:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Iδιαίτερα γνωστό από τον εναρκτήριο στίχο του, το ποίημα αυτό &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;παρουσιάζεται από τον τίτλο του ως «μίμηση ύφους&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;» (a la maniére de), &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;με τη διαφορά ότι ο ποιητής εμφανίζεται να μιμείται τον εαυτό του, καθώς τα αρχικά παραπέμπουν στο όνομά του&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;. &lt;/span&gt;&lt;strong&gt;Το ποίημα αναπτύσσεται με τη μορφή περιδιάβασης σε τουριστικούς και αρχαιολογικούς τόπους της μεσοπολεμικής Ελλάδας και εστιάζεται στα αισθήματα αλλοτρίωσης, απραξίας και στασιμότητας, που αποδίδουν τη σχέση των ανθρώπων με τον τόπο, το παρελθόν, τους γύρω τους αλλά και τον εαυτό τους.&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Το ποίημα του Σεφέρη στηρίζεται στη διπλή διαχείριση της κεντρικής μεταφοράς του ταξιδιού.&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Αρχικά, ο ομιλητής ομολογεί την ευαισθησία του που &lt;/span&gt;&lt;strong&gt;«πληγώνεται&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;», όταν ταξιδεύει σε ελληνικούς τόπους. Αυτή η πληγή είναι &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;αποτέλεσμα των μυθολογικών συνειρμών του αρχαίου μεγαλείου&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;, που προκαλούν τόποι όπως το Πήλιο (&lt;/span&gt;&lt;strong&gt;Κένταυροι)&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;, η Σαντορίνη (&lt;/span&gt;&lt;strong&gt;κυκλαδικός πολιτισμός)&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;, οι Μυκήνες (&lt;/span&gt;&lt;strong&gt;κύκλος των Ατρειδών&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;), συνειρμών που έρχονται &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;σε αντιπαράθεση με την πεζή και ρηχή πραγματικότητα&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; (&lt;/span&gt;&lt;strong&gt;βαρκαρόλες)&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; π&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;ου κυριαρχεί σε «αμυθολόγητα» νησιά του σύγχρονου τουριστικού ενδιαφέροντος,&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; όπως οι Σπέτσες, ο Πόρος και η Μύκονος. &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Το θέμα αυτό αναπτύσσεται στους επόμενους στίχους (&lt;/span&gt;&lt;strong&gt;18-33)&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;, &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;που περιγράφουν εικόνες της σύγχρονης παρακμής, υποβάλλοντας αισθήματα αδράνειας και αποπροσανατολισμού.&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; Χαρακτηριστικός είναι εδώ ο&lt;/span&gt;&lt;strong&gt; αποσπασματικός διάλογος&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;, ο οποίος φανερώνει κυρίως τη &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;συμβολή της αγοραίας καθαρεύουσας στη συλλογική ηθική κατάπτωση&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; που περιγράφει ο ποιητής. Παράλληλα με τον ομιλητή του ποιήματος, ωστόσο, &lt;/span&gt;&lt;strong&gt;ταξιδεύει και η Ελλάδα&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;, &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;ερήμην των κατοίκων της που μένουν στάσιμοι.&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; Τα &lt;/span&gt;&lt;strong&gt;καράβια μένουν δεμένα στο λιμάνι&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;, ο τόπος ταξιδεύει στην ιστορία χωρίς πυξίδα και κυβερνήτη, και όσοι κουράζονται από τη μακρόχρονη και άσκοπη αναμονή επιχειρούν τον άνισο αγώνα «&lt;/span&gt;&lt;strong&gt;να πιάσουν το μεγάλο καράβι με το κολύμπι&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;».&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; Πρόκειται βέβαια για τους αυτόχειρες που, σύμφωνα με τον στίχο του Αισχύλου, τα κορμιά τους ανθίζουν στο Αιγαίο.&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;H κατάληξη του ποιήματος φαίνεται να εκμεταλλεύεται τη μερική θέα του ονόματος ενός καραβιού, για να εκφράσει «αντικειμενικά» (αλλά ρητά) το δυσοίωνο προαίσθημα του ομιλητή για το άμεσο μέλλον&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;. Η &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;χρονολόγηση&lt;/span&gt; &lt;span style="font-weight:400;"&gt;εξάλλου &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;του ποιήματος &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;(&lt;/span&gt;&lt;strong&gt;καλοκαίρι 1936&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;) &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;μας επιτρέπει να συνδέσουμε τα αισθήματα που αυτό εκφράζει με την επερχόμενη μεταξική δικτατορία. &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;                                          &lt;/span&gt;&lt;strong&gt;Πηγή&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;: &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Βιβλίο καθηγητή&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; Το ποίημα ανήκει στη συλλογή Τετράδιο Γυμνασμάτων , Α΄ (1928–1937) (1940). &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Στο συγκεκριμένο ποίημα η Ελλάδα ταυτίζεται με ένα πλοίο που «είναι έτοιμο να σαλπάρει», ενώ ο λαός της αργεί να το αντιληφθεί και βρίσκεται ακινητοποιημένος σε μια κατάσταση αναμονής και αγωνίας. &lt;/span&gt;&lt;strong&gt;Ο τίτλος&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; του ποιήματος υποδεικνύει να διαβάσουμε το ποίημα «με τον τρόπο του Γ. Σεφέρη» και, κατά συνέπεια,&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; να λάβουμε σοβαρά υπόψη μας στην ανάγνωση αυτή την καταγραφή στο τέλος του ποιήματος&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;: «&lt;/span&gt;&lt;strong&gt;Α/π Αυλίς, περιμένοντας να ξεκινήσει. Καλοκαίρι 1936&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;». Η καταγραφή αυτή παραπέμπει στη μυθολογική Αυλίδα και αποκαλύπτει ότι το ταξίδι που επίκειται είναι ένα ταξίδι οδυνηρό. Η Αυλίδα στην αρχαία μυθολογία ήταν το λιμάνι όπου παρέμενε αγκυροβολημένος λόγω άπνοιας ο ελληνικός στόλος και όπου θυσιάστηκε η Ιφιγένεια για να μπορέσουν να αναχωρήσουν τα πλοία για τον Τρωικό Πόλεμο. Οι αιματηρές συνέπειες αυτής της θυσίας παρουσιάζονται από τον Αισχύλο στην τραγωδία Αγαμέμνων, της οποίας παρατίθεται και ο στίχος 659 («ὁρῶμεν ἀνθοῦν πέλαγος Αἰγαῖον νεκροῖς» σε μετάφραση του ποιητή: «βλέπουμε ν' ανθίζει νεκρούς το Αιγαίο»). &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Η μυθολογική αναφορά «Αυλίς» και η δυσοίωνη ονομασία του αποτελούν αμφίσημες αναφορές, που μας επιτρέπουν να ερμηνεύσουμε το ποίημα πολιτικά (Vitti, 1994: 143–145). Η Ελλάδα, «που περιμένει να σαλπάρει» μέσα στην ομίχλη της πολιτικής κρίσης το καλοκαίρι του 1936, ίσως είναι καταδικασμένη να επαναδραστηριοποιήσει τον αρχαίο κύκλο της βίας και της εκδίκησης, που από τα χρόνια του Ομήρου και του Αισχύλου αποτελούσε μέρος της κληρονομιάς του Ελληνισμού&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; (Beaton, 1996: 212). Ο διάλογος με την παράδοση, και πιο συγκεκριμένα η τυραννική επίγνωση της διάρκειας και της επιβίωσης της αρχαίας παράδοσης, προβάλλεται στο σύγχρονο ιστορικό παρόν, για να καταδείξει τη μιζέρια και την έλλειψη ταυτότητας της σύγχρονης Ελλάδας &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Πηγή:&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; Πύλη για την Ελληνική Γλώσσα&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;[ Ευγένιος ΜακΚάρθυ, «Θα φύγω απ' το καράβι μου»&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Μανόλης Αναγνωστάκης, «Θεσσαλονίκη, Μέρες του 1969 μ.Χ.»&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Τάκης Σινόπουλος, «Δοκίμιο '73-74. XVI»&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Μιχάλης Γκανάς, «Η Ελλάδα που λες…» ]&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Βιογραφικό σημείωμα:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Γιώργος Σεφέρης (1900-1980): Φιλολογικό ψευδώνυμο του Γιώργου Σεφεριάδη. Γεννήθηκε στη Σμύρνη κι εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα το 1914. Σπούδασε Νομικά στο Παρίσι. Ακολούθησε το διπλωματικό στάδιο και γι' αυτό πολλά χρόνια της ζωής του έζησε μακριά από την Αθήνα (Κορυτσά, Ν. Αφρική, Αίγυπτος, Άγκυρα, Βηρυτός, Λονδίνο κ.ά.). Αποχώρησε από τη διπλωματική υπηρεσία με το βαθμό του Πρέσβη. Πέθανε στην Αθήνα κατά τη διάρκεια της δικτατορίας και κηδεύτηκε με τιμές εθνικού ποιητή. Στα ελληνικά γράμματα εμφανίστηκε το 1931 με την ποιητική συλλογή Στροφή. Αποτυπώνει την αγωνία του  για την τραγική μοίρα της φυλής μας (ο Σεφέρης έζησε το δράμα δύο παγκόσμιων πολέμων και της μικρασιατικής καταστροφής). &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Αναγνώριση της ποιητικής του αξίας αποτέλεσε κι η απονομή του βραβείου Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1963&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;. Ο Σεφέρης όμως δεν υπήρξε μόνο μεγάλος ποιητής, αλλά και εξαίρετος δοκιμιογράφος. Το έργο του: 1)&lt;/span&gt;&lt;strong&gt; Ποιητικές συλλογές&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;: Στροφή (1931), Η Στέρνα (1932), Μυθιστόρημα (1935), Τετράδιο Γυμνασμάτων (1940), Ημερολόγιο Καταστρώματος Α' (1940), Ημερολόγιο Καταστρώματος Β' (1944) Κίχλη (1947), ...Κύπρον, ου μ' εθέσπισεν... (1955), Τρία Κρυφά Ποιήματα (1966) 2) &lt;/span&gt;&lt;strong&gt;Δοκίμια&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;: Διάλογος πάνω στην ποίηση (1939), Δοκιμές (1944) (β' έκδ. συμπληρωμένη, 1962, γ' έκδ. οριστική, 1974). 3)&lt;/span&gt;&lt;strong&gt; Ταξιδιωτικά&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;: Τρεις Μέρες στα Μοναστήρια της Καππαδοκίας (1963). 4) &lt;/span&gt;&lt;strong&gt;Μεταφράσεις&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;: Η Έρημη Χώρα και άλλα ποιήματα του Τ.Σ. Έλλιοτ (1940), Αντιγραφές (μεταφράσεις ποιημάτων ξένων ποιητών), Άσμα ασμάτων (1965), Η αποκάλυψη του Ιωάννη (1960). Συνεργάστηκε στα περιοδικά Τα Νέα Γράμματα, Νεοελληνικά Γράμματα, Έλλην (Αλεξάνδρεια), Αγγλοελληνική Επιθεώρηση, Κυπριακά Γράμματα, Πάλι, Νέα Εστία. &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;  &lt;/span&gt;&lt;strong&gt;[ Πηγές:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Γ΄ Γυμνασίου, ΙΕΠ, "Διόφαντος"&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Εισαγωγή στην Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Α', Β', Γ' Γυμνασίου, ΙΕΠ, "Διόφαντος"&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;http://ebooks.edu.gr&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;https://blogs. sch.gr /&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;a href="https://slideplayer.gr"&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;https://slideplayer.gr&lt;/span&gt;&lt;/a&gt; &lt;strong&gt;]&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;</description><pubDate>Sat, 06 Sep 2025 18:59:03 +0300</pubDate><guid isPermaLink='false'>Sat, 06 Sep 2025 18:59:03 +0300673178</guid></item><item><title>Ζητείται ελπίς, Αντώνης Σαμαράκης</title><link>https://eclass.sch.gr/modules/announcements/index.php?an_id=673176&amp;course=3701046161</link><description>&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Ζητείται ελπίς, Αντώνης Σαμαράκης&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Σχολιασμός:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Κινείται στον χώρο της κοινωνικής καταγγελίας. Στο έργο του προβάλλει την εικόνα του &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;αλλοτριωμένου σύγχρονου κόσμου και την υπαρξιακή αγωνία του ανθρώπου που διαθέτει κοινωνική συνείδηση και ανθρωπισμό.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Ο ήρωας παρατηρεί τις εξελίξεις στη λεωφόρο (&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;σύμβολο της ζωής&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;), περιορισμένος σ'ένα καφενείο, πίσω από την τζαμαρία (&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;σύμβολο της φυλακής του&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;). Οι ειδήσεις εντείνουν την αγωνία του και αποδίδουν το σκοτεινό τοπίο της εποχής. Αντί της αναμενόμενης ειρήνης επικρατεί ο φόβος ενός επερχόμενου πολέμου. Παράλληλα, εγκλήματα, οικονομική δυσχέρεια, κοσμικές ανούσιες εκδηλώσεις, μικρές αγγελίες. Ένα ανέλπιδο μέλλον σκιαγραφείται μέσα από το αβέβαιο παρόν.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Έτσι, &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;πανικοβάλλεται &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;(οι κινήσεις του χεριού του, ο ιδρώτας), &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;απελπίζεται, αγωνιά&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;. Επικρατεί αβεβαιότητα, φόβος για νέο πόλεμο, απειλή ραδιενέργειας, κοινωνική δυστυχία (αυτοκτονίες, φτώχεια), ιδεολογική σύγχυση, απελπισία, ανασφάλεια. Η ιστορία ξετυλίγεται μέσα από την &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;εναλλαγή στοιχείων της εξωτερικής πραγματικότητας&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; (το καφενείο, η εφημερίδα, οι ειδήσεις, οι ενέργειες του ήρωα, το πλήθος) &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;και στοιχείων του εσωτερικού κόσμου&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; (σκέψεις/προβληματισμοί, διάψευση ελπίδων για ειρήνη, συναισθήματα του ήρωα, π.χ. απογοήτευση, υπαρξιακή αγωνία, φόβος για το μέλλον).&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Η &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;επανάληψη &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;του "ελπίζω" και των παραγώγων του (2η ενότητα) και οι &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;συναισθηματικά φορτισμένες λέξεις&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; (σύγχυση, ταραχή, πόλεμος, ειρήνη) δεσπόζουν. Ο ήρωας αντιμετωπίζει τη &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;διάψευση των προσδοκιών και τη χρεωκοπία των ιδεολογιών&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; (π.χ. του κομμουνισμού, που υποσχόταν κοινωνική ισότητα και αταξική κοινωνία). Η παιδική του ανάμνηση &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;παραλληλίζεται με την απουσία ελπίδας&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; στη ζωή των ανθρώπων μετά τον Β' παγκόσμιο πόλεμο (η έλλειψη ελπίδας σημαίνει θάνατο). Τελικά, &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;αντιδρά στην παθητική στάση της γενιάς του μέσω μίας αγγελίας&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; ("Ζητείται ελπίς"). Η ελπίδα είναι απαραίτητη για τη λύση του αδιεξόδου και τη συνέχιση της ζωής, αφού γεννά στόχους, όνειρα, δύναμη, δράση.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Θέμα: &lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Η διάψευση των ελπίδων κατά το τέλος του Β' παγκοσμίου πολέμου μέσα από την ειδησεογραφία μιας εφημερίδας. &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Χαρακτηρισμός του ήρωα:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; Ο ήρωας συνηθίζει να διαβάζει καθημερινά εφημερίδα, να παρατηρεί τη ζωή γύρω του και  επιλέγει τη συγγραφή διηγημάτων ως τρόπο έκφρασης των προβληματισμών του. Είναι &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;πνεύμα ανήσυχο, κριτικό, με ενδιαφέρον για τα προβλήματα της εποχής του&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;. Έχει αγωνιστεί υπερασπιζόμενος τα ιδανικά του, τα οποία τώρα διαπιστώνει ότι καταρρέουν. Το πάθος που γεννούσε η πίστη του σ’αυτά έδωσε τη θέση του στην &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;απελπισία ως απόρροια της απογοήτευσης και της διάψευσης των ελπίδων του.&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; Νιώθει &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;βαθιά λύπη&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;, καθώς παρακολουθεί την πραγματικότητα να διαλύει τα όνειρα και τις προσδοκίες του. Πρόκειται για έναν&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; ιδεαλιστή, γεμάτο αγάπη για τον συνάνθρωπό του&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;, με τον οποίο, όμως, βιώνει μία &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;έλλειψη επικοινωνίας &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;και αλληλοκατανόησης. Η διάψευση των ελπίδων φαίνεται από τα αποσπάσματα της εφημερίδας που παρατίθενται (τεταμένη παγκόσμια πολιτική σκηνή με τοπικούς πολέμους, απειλή από τη ραδιενέργεια, κίνδυνος νέου πολέμου, προβληματική οικονομία και εξαθλίωση των χαμηλών κοινωνικών στρωμάτων , απελπισία στα όρια της αυτοκτονίας, μιμητισμός και αλλοτρίωση της άρχουσας τάξης). &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Η ειδησεογραφία λειτουργεί ως αφορμή και όχι αιτία&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; ("Δεν έφταιγε η εφημερίδα...."), &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;για να εκφράσει τα αρνητικά συναισθήματα των ανθρώπων της εποχής&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;: &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Φόβο&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; για νέο πόλεμο ("η σκιά του 3ου... στην Ινδοκίνα σήμερα αύριο..., Ο πόλεμος, η βόμβα υδρογόνου..., ... πως ο εφιάλτης του πολέμου δεν θα στοίχειωνε πια τη γη μας..., ... Την ειρήνη, τη βαθιά τούτη λαχτάρα που κρέμεται από μια κλωστή., Η σκια του καινούριου πολέμου"), τ&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;η σύγχυση και την κοινωνική αθλιότητα&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; ("είχε ιδρώσει, αυτοκτονίες για οικονομικούς λόγους, Σκεφτότανε τη φτώχεια, την αθλιότητα..., την ταραχή που είχε μέσα σου..., διάψευση από κάθε λογής ιδεολογίες, οι δυο αυτοκτονίες, Άγγιζε θέματα του καιρού μας: τον πόλεμο, την κοινωνική δυστυχία…"). Και, πάνω απ' όλα, &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;τη ματαίωση και, τελικά, την απουσία ελπίδας &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;που διατρέχει όλο το απόσπασμα και εμφανίζεται καθαρότερα σε αρκετά σημεία με την χρήση των λέξεων "ελπίζω" και "ελπίδα". Αυτούς τους προβληματισμούς τους ξεδιπλώνει στα γραπτά του, τα οποία όμως δεν εκδίδει, διότι προσπαθεί να αποφύγει την δογματική κριτική και τον πολιτικό του στιγματισμό (αριστερός, δεξιός κλπ.) &lt;/span&gt;&lt;strong&gt;Ξαφνικά αποφασίζει να εκφράσει την υπαρξιακή αγωνία  του δημοσιεύοντας την αγγελία "Ζητείται ελπίς&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;". Η βιασύνη του υποδηλώνει την προσπάθεια να βρει διέξοδο στην μοναξιά του και να συνδεθεί με τους συνανθρώπους του, &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;να μη μείνει αδρανής και απαθής&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; μπροστά στη ζοφερή πραγματικότητα, αλλά να δράσει, έστω και με τη δημοσίευση της αγγελίας, προκειμένου να ανοίξει μία χαραμάδα στην ελπίδα,&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; να ξαναπιστέψει στον άνθρωπο&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; και να ξαναθέσει ιδανικά.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; Ιδέες και συναισθήματα: &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Τα συναισθήματα του ήρωα αντιστοιχούν στη δυσβάσταχτη πραγματικότητα  της μεταπολεμικής ζωής.&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; Προφανώς τα ίδια συναισθήματα κατακλύζουν και όλη τη γενιά του. &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Γι’ αυτό ο ήρωας δεν έχει όνομα, καθώς θα μπορούσε να είναι οποιοσδήποτε, ίσως ο ίδιος ο συγγραφέας, ένας φίλος, ένας γνωστός, αλλά και ένας παντελώς άγνωστος. &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Το νήμα που δένει αυτούς τους ανθρώπους είναι η απογοήτευση, η απελπισία. Γενικότερα, κάθε γενιά που επιζεί μετά από έναν – ακόμη και νικηφόρο- πόλεμο, βιώνει την απόγνωση, τον πανικό και την αδυναμία να ανταπεξέλθει σε ένα αβέβαιο μέλλον. &lt;/span&gt;&lt;strong&gt; Ωστόσο, μέσα στην απελπισία του ο ήρωας αφήνει να διαφανούν κάποιες χαραμάδες ελπίδας  μέσα από αισιόδοξες σκέψεις&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; ("Βέβαια άλλοι θα 'χουν ελπίδα, σκέφτηκε. Δεν μπορεί παρά να 'χουν!"), από την ίδια την απέλπιδα ενέργειά του (την αγγελία) και από τη θέρμη με την οποία έτρεξε να την πραγματοποιήσει.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Ενότητες:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;1η: "Όταν μπήκε στο καφενείο...Το πανόραμα της ζωής!". Η ανάγνωση της εφημερίδας.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;2η: "Δεν είχε αλλάξει διόλου... Δεν μπορεί παρά να'χουν". Η ελπίδα.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;3η: "Ξανάριξε μια ματιά...στο αυριανό φύλλο". Η αντίδραση του ήρωα στη ζοφερή πραγματικότητα.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Αφηγηματικές τεχνικές:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;- Αφηγητής: τριτοπρόσωπος, ετεροδιηγητικός, παντογνώστης, με μηδενική εστίαση (γνωρίζει τη δράση, τις σκέψεις και τα συναισθήματα του ήρωα).&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;- Αναδρομική αφήγηση (αναχρονία): το περιστατικό της παιδικής ηλικίας με τη μη αναστρέψιμη κατάσταση της υγείας της θείας του ήρωα.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;-  Ο χρόνος: α) ιστορικός χρόνος: η δεκαετία του ’50, δηλαδή η μεταπολεμική περίοδος του ψυχρού πολέμου. β) Μυθικός (αφηγηματικός) χρόνος: Πολύ σύντομος, ουσιαστικά πρόκειται για ένα απόγευμα ως το σούρουπο. Ωστόσο, υπάρχει και μία αναδρομική αφήγηση, μία αναφορά ενός περιστατικού από την παιδική του ηλικία, με το οποίο συσχετίζει την απελπισία του με τη μη αναστρέψιμη κατάσταση της υγείας της ετοιμοθάνατης θείας του. Μέσω αυτής της αναλογίας επιχειρεί να αποδώσει το μέγεθος του υπαρξιακού και ιδεολογικού αδιεξόδου του.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Αφηγηματικοί τρόποι: &lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Τριτοπρόσωπη αφήγηση, περιγραφή, εσωτερικός μονόλογος, διάλογος, ελεύθερος πλάγιος λόγος (τα λόγια και οι σκέψεις του ήρωα δίνονται από τον αφηγητή σε γ' πρόσωπο και σε παρελθοντικό χρόνο. Το ρήμα εξάρτησης απουσιάζει). &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Γλώσσα - ύφος:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; Λιτή γλώσσα, δημοτική, με ενσωματωμένα στοιχεία της καθαρεύουσας (π.χ."Αι απώλειαι εκατέρωθεν υπήρξαν βαρύταται"), ακόμη και στον τίτλο. &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Με τη &lt;/span&gt;&lt;strong&gt;διγλωσσία &lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;δίνει ποικιλία στο λόγο, διατηρεί τη ζωντάνια και βαρύτητα των στοιχείων της καθαρεύουσας και ταυτόχρονα ειρωνεύεται τη διγλωσσία της δεκαετίας του '50. &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Τότε η καθαρεύουσα ήταν η επίσημη γλώσσα του κράτους, ενώ ο λαός χρησιμοποιούσε τη δημοτική. Η καθαρεύουσα είχε επιβληθεί από τα συντηρητικά καθεστώτα στην εκπαίδευση, στη διοίκηση, στη νομοθεσία και στον τύπο. Ο συγγραφέας την&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; ενσωματώνει στο κείμενό του με νεολογισμούς&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; (π.χ. "ευμορφιάς") και&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; ξενικές λέξεις&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; (π.χ. "κοκταίηλ","τοκ") και &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;σαρκάζει&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; την αλλοτρίωση της άρχουσας τάξης. Το ύφος, αν και λιτό, είναι παραστατικό (λόγω των εκφραστικών μέσων), με γρήγορο ρυθμό (λόγω του μικροπερίοδου λόγου).&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;(&lt;/span&gt;&lt;strong&gt;Νεολογισμός&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; είναι μια λέξη ή μια φράση που έχει δημιουργηθεί πρόσφατα, π.χ. "κλωνοποίηση" ή "ηλεκτρονικό ταχυδρομείο")&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Εκφραστικά μέσα: &lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Επανάληψη&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; ("σύγχυση", "είχε ελπίσει"), &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;αντίθεση&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; ("Και είχε ελπίσει. Μα τώρα ήτανε χωρίς ελπίδα"),&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; μεταφορά&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; ("ο εφιάλτης του πολέμου"), &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;προσωποποίηση&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; ("το μεγάλο τζάμι που έβλεπε στη λεωφόρο"), &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;παρομοίωση&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; ("Σαν να ήταν έγκλημα αυτό"),&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; εικόνες.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Η διαχρονικότητα και η παγκοσμιότητα του κειμένου:&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Εξασφαλίζονται από την ανωνυμία του ήρωα και από την αοριστία του χώρου και του χρόνου. Στη θέση του ήρωα θα μπορούσε να βρίσκεται κάθε απελπισμένος άνθρωπος, απογοητευμένος από την πτώχευση των ιδανικών και των ιδεολογιών του. &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Η ανωνυμία δηλώνει ότι το κεντρικό πρόσωπο του διηγήματος είναι αντιπροσωπευτικό δείγμα των ανθρώπων της εποχής. Το ίδιο σημαίνει και η αοριστία χώρου&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; (κάποιο καφενείο σε κάποια μεγάλη πόλη) και χρόνου (μετά τον Β' Παγκόσμιο).&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Βιογραφικό σημείωμα:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Ο Αντώνης Σαμαράκης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1919 και σπούδασε Νομικά. Είναι από τους πιο πολυδιαβασμένους συγγραφείς της γενιάς του. Στα έργα του ασχολείται με προβλήματα της εποχής μας. Έχει εκδώσει τα εξής βιβλία: Διηγήματα:&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; Ζητείται ελπίς&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; (1954), Αρνούμαι (1961), Το διαβατήριο (1973). Μυθιστορήματα: Σήμα κινδύνου (1959), Το λάθος (1965). Μεταφράστηκε σε πολλές ξένες γλώσσες.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;[Πηγές:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Γ΄ Γυμνασίου, ΙΕΠ, "Διόφαντος"&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Εισαγωγή στην Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Α', Β', Γ' Γυμνασίου, ΙΕΠ, "Διόφαντος"&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;http://ebooks.edu.gr&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;https://blogs. sch.gr /&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;https://latistor.blogspot.com /&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;http://users.sch.gr/&lt;/span&gt;&lt;strong&gt; ]&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;</description><pubDate>Sat, 06 Sep 2025 18:56:17 +0300</pubDate><guid isPermaLink='false'>Sat, 06 Sep 2025 18:56:17 +0300673176</guid></item><item><title>Νίκος Καζαντζάκης, Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά</title><link>https://eclass.sch.gr/modules/announcements/index.php?an_id=673175&amp;course=3701046161</link><description>&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Νίκος Καζαντζάκης, Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Σχολιασμός&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;ΘΕΜΑ:&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Η γνωριμία του αφηγητή με τον Αλέξη Ζορμπά , η εντύπωση που του έκανε ο χαρακτήρας του και η ανάδειξη της συναισθηματικής σχέσης του Ζορμπά με το σαντούρι του.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΜΟΙ:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;α) &lt;/span&gt;&lt;strong&gt;Αλέξη Ζορμπά:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Εξωτερικά χαρακτηριστικά&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;: πολύ ψηλός και αδύνατος ("Τηλέγραφος"), μαντράχαλος, κοκαλιάρης, με μάτια περιγελαστικά, θλιμμένα, ανήσυχα, εκφραστικά ("όλο φλόγα το μάτι του ήταν καρφωμένο πάνω μου μικρό, στρογγυλό κατάμαυρο με κόκκινες φλεβίτσες.."), με βουλιαγμένα μάγουλα, χοντρή μασέλα, ψαρά κατσαρωμένα μαλλιά, πρόσωπο γεμάτο ζάρες, σκαλισμένο, σαρακοφαγωμένο.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Χαρακτηριστικά προσωπικότητας&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;: ευθύτητα, αφοπλιστική ειλικρίνεια ("Έτσι μου κάπνισε ,βρε αδελφέ"), διάθεση για αστεία και αυτοσαρκαστικά σχόλια("μακρύς μακρύς καλόγερος.".), πολυταξιδεμένος ("Σεβάχ Θαλασσινός"), παρορμητικός, επιθετικός ("τον σπάζω στο ξύλο"), φιλήδονος και μερακλής, δείχνει ότι του αρέσουν οι απολαύσεις ("Ήπιε το ρούμι... μερακλής"). Είναι απαλλαγμένος από τις συμβάσεις της λογικής ("Πολλά φρόνιμος μου φαίνεσαι, είπε, και να με συμπαθάς"), μια γνήσια λαϊκή ψυχή, που μπορεί και αντιλαμβάνεται ατόφια την ουσία και την αξία της τέχνης, του έρωτα, της ομορφιάς.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;β)&lt;/span&gt;&lt;strong&gt; Αφηγητή:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Είναι διανοούμενος,άνθρωπος του πνεύματος("έκλεισα το Ντάντε"), στοχαστικός, συνετός, εξετάζει όλες τις λεπτομέρειες πριν αντιδράσει, όπως φαίνεται από τα σχόλια του Ζορμπά ("Πολλά φρόνιμος μου φαίνεσαι, Ζυγιάζεις με το δράμι, ε;") , καταδεκτικός και ευγενικός απέναντι στον άγνωστο λαϊκό τύπο που έχει μπροστά του, γενναιόδωρος/φιλόξενος ("παίρνεις ένα φασκόμηλο;"). Αναζητά τα κίνητρα της ανθρώπινης συμπεριφοράς ("είχα διαβάσει πολλούς ορισμούς για το νου του ανθρώπου"). Η παιδεία του αφηγητή και οι ευγενικοί του τρόποι έρχονται σε αντίθεση με τον αυθορμητισμό και τη γοητευτική χοντροκομμένη απλότητα του λαϊκού ανθρώπου που ενσαρκώνει ο Ζορμπάς.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Η ΣΧΕΣΗ ΤΟΥ ΖΟΡΜΠΑ ΜΕ ΤΟ ΣΑΝΤΟΥΡΙ ΤΟΥ:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Από τη στιγμή που το πρωτοάκουσε στα είκοσί του χρόνια, πιάστηκε η αναπνοή του ,δεν μπορούσε να φάει, τσακώθηκε με τον πατέρα του που αντιδρούσε, ξόδεψε τα λιγοστά χρήματά του και αγόρασε ένα σαντούρι. Πήγε στη Θεσσαλονίκη, βρήκε δάσκαλο, έκατσε μαζί του ένα χρόνο και έμαθε να παίζει. Όταν έχει στενοχώριες ή τον ζορίζει η φτώχεια, παίζει σαντούρι και αλαφρώνει. Όταν έκανε οικογένεια, τα βάσανα δεν τον άφηναν να εκφραστεί, γιατί το σαντούρι θέλει καλή καρδιά(όπως λέει), αφοσίωση, αυτοσυγκέντρωση. Όταν άνοιξε το σακούλι κι έβγαλε το μαγληνό σαντούρι, τα δάχτυλά του το χάιδεψαν τρυφερά, σα να χάιδευαν γυναίκα, και κατόπιν το τύλιξε, όπως τυλίγουμε αγαπημένο σώμα μη μας κρυώσει(τρυφερότητα, σεβασμός, πολύτιμο το σαντούρι).&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;ΔΟΜΗ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;- 1η ενότητα("Τον πρωτογνώρισα …Ξημέρωνε."): Η συνάντηση στο καφενείο του λιμανιού.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;- 2η ενότητα("Ό,τι απ` όλα… του Παναΐτ Ιστράτη"): Η γνωριμία του αφηγητή με το Ζορμπά.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;- 3η ενότητα("-Και τι έχεις στον μπόγο;… μη μας κρυώσει"): Η συναισθηματική σχέση του Ζορμπά με το σαντούρι του.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;ΑΦΗΓΗΜΑΤΙΚΕΣ ΤΕΧΝΙΚΕΣ:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;1) Αφηγητής: Περιγράφει, αφηγείται πρωτοπρόσωπα, κάνει διάλογο με τον Ζορμπά και παράλληλα σχολιάζει την εμφάνιση και τη συμπεριφορά του συνομιλητή του. Πρόκειται για ομοδιηγητικό αφηγητή, δραματοποιημένο (συμμετέχει στα γεγονότα που αφηγείται) και η εστίαση είναι εσωτερική, όπως και η οπτική γωνία.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;2) Αναδρομική αφήγηση (ανάληψη/αναχρονία): 1η αναδρομική αφήγηση: το περιστατικό του ξυλοδαρμού του αφεντικού του Ζορμπά, που έχει συμβεί σε προγενέστερη χρονική βαθμίδα (το περασμένο Σαββατοκύριακο).&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;2η αναδρομική αφήγηση: το γεγονός που έκανε τον Ζορμπά να μάθει σαντούρι και η γνωριμία του με το δάσκαλο του σαντουριού. Μέσα στην αφήγηση εγκλωβίζεται ο διάλογος του Ζορμπά με τον πατέρα του, αλλά και με τον Τούρκο δάσκαλό του. Το αποτέλεσμα της τεχνικής αυτής είναι η ζωντάνια , η παραστατικότητα και η αληθοφάνεια. Ο Ζορμπάς συχνά κάνει αυτοσαρκαστικά σχόλια, όταν μιλά για τις παρελθοντικές του επιλογές ("ήθελα παντριγιά ο ερίφης").&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;3η αναδρομική αφήγηση: ο Ζορμπάς μιλά και σχολιάζει τις προσωπικές του επιλογές για τη δημιουργία οικογένειας και την κατρακύλα του.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;3) Πρόδρομη αφήγηση (αναφέρεται σε μεταγενέστερη χρονική βαθμίδα, πρόληψη/αναχρονία), εκεί όπου λέει ο αφηγητής "Δε θα ´ταν άσκημο να τον πάρω μαζί μου στο μακρινό ακρογιάλι. Σούπες, γέλια, κουβέντες…", (αυτό είναι προσήμανση για όλα όσα θα ζήσουν στην Κρήτη οι δυο άντρες).&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;ΑΦΗΓΗΜΑΤΙΚΟΙ ΤΡΟΠΟΙ:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;ol&gt;
&lt;li&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; Περιγραφή: καφενείου, λιμανιού, Ζορμπά. Στήνεται το σκηνικό της δράσης, σκιαγραφούνται τα πρόσωπα, επιβραδύνεται η εξέλιξη, δίνεται ζωντάνια και παραστατικότητα. Αγγίζει το συναίσθημα του δέκτη.&lt;/span&gt;&lt;/li&gt;
&lt;li&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; Αφήγηση: Η αφήγηση γίνεται κυρίως σε πρώτο πρόσωπο/πρωτοπρόσωπη ("τον πρωτογνώρισα," "έβαλα τα γέλια"). Δίνονται ο τόπος, ο χρόνος, τα πρόσωπα, εξελίσσεται η υπόθεση (μύθος), εκτυλίσσονται τα γεγονότα.&lt;/span&gt;&lt;/li&gt;
&lt;li&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; Διάλογος: Ο διάλογος προσθέτει ζωντάνια, παραστατικότητα ,ποικιλία στο λόγο, θεατρικότητα (δραματικότητα), αμεσότητα. Διαγράφει με αληθοφάνεια τους χαρακτήρες.&lt;/span&gt;&lt;/li&gt;
&lt;li&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; Σχόλια/σκέψεις του αφηγητή ή του Ζορμπά - Εσωτερικός μονόλογος: Έτσι φωτίζονται τα γεγονότα, οι χαρακτήρες και οι αντιδράσεις των προσώπων ("Είχα διαβάσει πολλούς ορισμούς...και μου άρεσε","Κατάλαβα πως ο Ζορμπάς...τη Γης"), αποκαλύπτονται τα βαθύτερα κίνητρά τους. Ταυτόχρονα, το κείμενο αποκτά αμεσότητα, ζωντάνια, εμπλουτίζεται με τον βιωματικό/εξομολογητικό χαρακτήρα και κεντρίζει το ενδιαφέρον του αναγνώστη, την αμέριστη προσοχή του.  &lt;/span&gt;&lt;/li&gt;
&lt;/ol&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Με την εναλλαγή των Αφηγηματικών Τρόπων και Τεχνικών, σπάει η μονοτονία της ευθύγραμμης αφήγησης και όλο το έργο ξεδιπλώνεται παραστατικά, ζωντανά, θεατρικά, χωρίς ίχνος ανίας εκ μέρους του κοινού.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;ΓΛΩΣΣΑ:&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Είναι ιδιαίτερη. Καλοδουλεμένη, αποδίδει με ζωντανό και παραστατικό τρόπο τις γλωσσικές επιλογές (ιδιολέκτους) των προσώπων. Όταν αφηγείται, περιγράφει ή σχολιάζει ο αφηγητής, το επίπεδο του ύφους είναι υψηλότερο σε σύγκριση με την προφορικότητα του ύφους του Ζορμπά. Για παράδειγμα: "Τα ψάρια παραζαλισμένα από τα χτυπήματα της φουρτούνας, είχαν βρει καταφύγι χαμηλά στα ήσυχα νερά…,είχα διαβάσει πολλούς ορισμούς του νου του ανθρώπου…", λέει ο συγγραφέας. Από την άλλη, ο Ζορμπάς παραδέχεται: "Με λένε και Τηλέγραφο, για να με πειράξουν που μαι μακρύς μακρύς καλόγερος και πίτα η κεφαλή μου" και "από της μυλωνούς τον πισινό ζητάς ορθογραφία", χρησιμοποιώντας λαϊκές εκφράσεις(απλές προφορικές, αινίγματα και λαϊκά αποφθέγματα), που δείχνουν τη λαϊκή αφετηρία του Αλέξη Ζορμπά.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Επίσης, στο απόσπασμα συναντάμε:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Ιδιωτισμούς&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;: "να παν οι πίκρες κάτω", "μου κάπνισε". Ιδιωτισμός είναι μια έκφραση με ιδιαίτερη σημασία ή σύνταξη, που λέγεται σε μια γλώσσα, π.χ. «μαλλιά κουβάρια», «φωτιά και λάβρα», «άρον άρον». Οι ιδιωτισμοί είναι στοιχεία εκφραστικά και αναντικατάστατα, που πλουτίζουν την κοινή γλώσσα.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Αίνιγμα&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;: "μακρύς μακρύς καλόγερος και πίτα η κεφαλή μου". Αίνιγμα είναι η αναφορά των ιδιοτήτων και των γνωρισμάτων ενός αντικειμένου, χωρίς ν’ αναφέρεται το ίδιο το αντικείμενο. Η περιγραφή είναι τέτοια, ώστε οδηγεί τον ακροατή ή αναγνώστη στην ανακάλυψη αυτού.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Την παροιμιακή φράση&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;: "Από της μυλωνούς τον πισινό ζητάς ορθογραφία". Παροιμιακές είναι οι φράσεις που κρύβουν διάφορες αλήθειες σχετικές με τη ζωή του ανθρώπου.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Σχήματα λόγου:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;- &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Μεταφορά&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;: "στο πρόσωπο του νερού", "μάτια που σπίθιζαν",&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;-&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; Σχήμα κύκλου&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;: "Όλες τις δουλειές…. όλες".&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;- &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Ασύνδετο σχήμα&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;: "βουλιαγμένα μάγουλα, χοντρή μασέλα,&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;εξογκωμένα ζυγωματικά…". &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;- &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Αντίθεση:&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; " κάτεχαν να δουλεύουν τον κασμά και το σαντούρι".&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;- &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Παρομοίωση&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;: "σα νά ´γδυναν γυναίκα".&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;-&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; Μετωνυμία&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;: "έκλεισα το Ντάντε".&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;-&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; Προσωποποίηση&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;: "δυστυχισμένου ξύλου".&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;  &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Ο Νίκος Καζαντζάκης (1883-1957) γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης και σπούδασε Νομικά στην Αθήνα και στο Παρίσι, αλλά γρήγορα αφοσιώθηκε στη φιλοσοφία και στη λογοτεχνία. Πνεύμα εξαιρετικά ανήσυχο, με μεγάλη αφομοιωτική και δημιουργική ικανότητα ταξίδεψε παντού, έμαθε πολλές ξένες γλώσσες και άφησε σημαντικό έργο, που απλώνεται σε ποικίλους τομείς. Στην επιστημονική μελέτη ανήκει η εργασία του για τον Νίτσε. Στη φιλοσοφία, η Ασκητική (1927). Στην ποίηση ανήκει η Οδύσσεια (1938), οι Τερτσίνες και το ποιητικό του θέατρο με τις τραγωδίες Πρωτομάστορας, Μέλισσα, Ιουλιανός, Προμηθέας κ.ά. Από όλα σχεδόν τα ταξίδια του μας έδωσε Ταξιδιωτικές εντυπώσεις: Κίνα, Ιαπωνία, Ρωσία, Αγγλία, Ισπανία κ.ά. Μετά το Β’ παγκόσμιο πόλεμο ασχολήθηκε με το μυθιστόρημα: &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Αλέξης Ζορμπάς&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; (1946), Ο Χριστός ξανασταυρώνεται (1948), Καπετάν Μιχάλης (1950), Ο τελευταίος πειρασμός (1950-51), Ο φτωχούλης του Θεού (1952-53), Αδερφοφάδες (1954). Ένα είδος μυθιστορηματικής αυτοβιογραφίας με πολλά ποιητικά στοιχεία αποτελεί η Αναφορά στον Γκρέκο (1961). Έγινε ευρύτερα γνωστός στο ελληνικό και το παγκόσμιο κοινό. Τέλος, έχει μεταφράσει Όμηρο, Δάντη, Γκαίτε κ.ά. Το έργο του Καζαντζάκη γνώρισε μεγάλη διάδοση. &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;[ Πηγές:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Γ΄ Γυμνασίου, ΙΕΠ, "Διόφαντος"&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Εισαγωγή στην Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Α', Β', Γ' Γυμνασίου, ΙΕΠ, "Διόφαντος"&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;http://ebooks.edu.gr&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;https://filologikaek.blogspot. com /&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;https://blogs. sch.gr /&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;a href="https://latistor.blogspot.com"&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;https://latistor.blogspot.com&lt;/span&gt;&lt;/a&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; /&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;http://users.sch.gr/ &lt;/span&gt;&lt;strong&gt;]&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;</description><pubDate>Sat, 06 Sep 2025 18:55:11 +0300</pubDate><guid isPermaLink='false'>Sat, 06 Sep 2025 18:55:11 +0300673175</guid></item><item><title>Τα ζα, Στρατής Μυριβήλης</title><link>https://eclass.sch.gr/modules/announcements/index.php?an_id=673174&amp;course=3701046161</link><description>&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Τα ζα, Στρατής Μυριβήλης&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Σχολιασμός&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;:&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Ο συγγραφέας &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;επικαλείται τη λογική και κυρίως το συναίσθημα του δέκτη.&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; Αν και προβάλλει την ιστορία του κυρίως πρωτοπρόσωπα, πράγμα που ενισχύει την αίσθηση του αυτοβιογραφικού στοιχείου, παρουσιάζει το έργο του&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; ως μια σειρά επιστολών ενός συμπολεμιστή του, του λοχία Αντώνη Κωστούλα, που απευθύνονται σε κάποια γυναίκα&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;. Το συγγραφικό αυτό &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;τέχνασμα της πλαστοπροσωπίας&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; (που αποδίδει την ιστορία του Μυριβήλη σε κάποιο άλλο πρόσωπο, &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;περσόνα&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;) είναι σύνηθες στη λογοτεχνία και αποτελεί έναν τρόπο αποστασιοποίησης του συγγραφέα από τις σκέψεις και τα λόγια του αφηγητή. Έτσι, διατηρεί την αλήθεια του αυτοβιογραφικού κειμένου, ενώ ταυτόχρονα προβάλλεται η καθολικότητα και η αντικειμενικότητα του βιώματος του πολέμου. Η συναισθηματική κατάσταση του αφηγητή, όπως ο πόνος, ή μοναξιά, η απελπισία, ο τρόμος και η φρίκη από τη διαρκή απειλή, την ωμότητα και την παρουσία του θανάτου, αποτελούν πάντα κοινή τραγική εμπειρία για όλους τους στρατιώτες. Άρα, η αλήθεια των καταγραφόμενων δεν πρέπει να περιορίζεται σε ένα πρόσωπο. &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Η τελευταία φράση του αποσπάσματος:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; Αποτυπώνει συγκλονιστικά το παράλογο του πολέμου, αφήνοντας, όμως, υπόνοιες αισιοδοξίας. Οι ματωμένες μαργαρίτες που εξακολουθούν να βρίσκονται στο στόμα του αποκεφαλισμένου ζώου φανερώνουν ότι το βρήκε ο θάνατος την ώρα που ανυποψίαστο γευόταν τη χαρά της ζωής. &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Συμβολίζουν τη ζωή που αφαιρέθηκε βίαια&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;, απότομα, σκληρά, την ανολοκλήρωτη χαρά, μα και τη ζωή που συνεχίζεται μέσα στη φρίκη του πολέμου και διεκδικεί τη θέση της στον κόσμο. Έτσι, μέσω της συγκεκριμένης &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;σουρρεαλιστικής εικόνας&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; εκπέμπεται και ένα ηχηρότατο&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; αντιπολεμικό μήνυμα&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; μέσα από την&lt;/span&gt;&lt;strong&gt; αντίθεση &lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;ζωή - θάνατος, ειρήνη - πόλεμος.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Διαβάζοντας το κείμενο ενεργοποιούνται όλες μας οι αισθήσεις:&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; νιώθουμε το κρύο των βουνών, την ευωδιά της άνοιξης, αντικρίζουμε το φοβερό πρόσωπο του πολέμου μέσα από τους κρότους των οβίδων και τη θέαση των ξεκοιλιασμένων, καταματωμένων ζώων, τη φωτεινή χαρά της ειρήνης με την&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; εικόνα της αναγεννημένης φύσης&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;. Κι αμέσως ανατρέχουμε στους "Ελεύθερους Πολιορκημένους" του Σολωμού και στην "Γκουέρνικα" του Πικάσο.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;ΘΕΜΑ&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;:&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Η αγριότητα και ο παραλογισμός του πολέμου, με θύματα όχι μόνο τους ανθρώπους, αλλά και τα ανυπεράσπιστα ζώα.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;: Αντιπολεμικό.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;ΣΤΟΧΟΣ&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;: &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Η καταγγελία και η στηλίτευση της φρίκης και του παραλογισμού του πολέμου. Ο συγγραφέας επιτυγχάνει τον στόχο του χωρίς ίχνος αντιπολεμικής ρητορείας! Καταδικάζει τη φρίκη του έμμεσα, περιγράφοντάς την.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;ΕΝΟΤΗΤΕΣ:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;1η: "Τα ζα...των Ανθρώπων". Οι σκέψεις του αφηγητή για τη μοίρα των αθώων ζώων στον πόλεμο.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;2η: "Η Μεραρχία μας...της Μεραρχίας μας". Η απάνθρωπη μεταχείριση των ζώων κατά τη μεταφορά τους στο πολεμικό μέτωπο.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;3η: "Τα ζα...τίποτ'άλλο". Η ειδυλλιακή σκηνή της ανάπαυλας των ζώων.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;4η: "Σε λίγο...να παραδώσει". Ο βομβαρδισμός και η μαζική εξόντωση των ζώων.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;5η: "Ένας ημιονηγός... ματωμένες". Η παράλογη (τραγελαφική) σκηνή με τον ημιονηγό/Ο παραλογισμός του πολέμου.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;ΑΦΗΓΗΜΑΤΙΚΟΙ ΤΡΟΠΟΙ&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;:&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;-Αφήγηση (κυρίως πρωτοπρόσωπη, μα και τριτοπρόσωπη), π.χ. "Η Μεραρχία μας κουβάλησε...γαϊδάρους".&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;- Περιγραφή, π.χ. "Πέφτανε χάμου...να παραδώσει".&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;- Εσωτερικός μονόλογος, π.χ. "Σήμερα από το πρωί...τον πόλεμο;".&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;ΑΦΗΓΗΜΑΤΙΚΕΣ ΤΕΧΝΙΚΕΣ&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;:&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;1) Αφηγητής: Ομοδιηγητικός. Εναλλάσσει το α' ενικό με το α’ πληθυντικό πρόσωπο (π.χ. "συλλογιούμαι, μας), για να εκφράσει προσωπικές απόψεις και βιώματα (α' ενικό) και συλλογικότητα, καθολικότητα (α' πληθυντικό). Όμως, π.χ. στη σκηνή του βομβαρδισμού, ο αφηγητής αποστασιοποιείται και η αφήγηση γίνεται τριτοπρόσωπη, προφανώς χάριν της αντικειμενικής παρουσίασης της αποτροπιαστικής πραγματικότητας του πολέμου.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;2) Ευθύγραμμη (γραμμική) αφήγηση, εφόσον τα γεγονότα δίνονται με χρονολογική σειρά.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;3) Επιβράδυνση, με τις εκτεταμένες περιγραφές.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Βιογραφικό σημείωμα:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Φιλολογικό ψευδώνυμο του Σ. Σταματόπουλου. Από τους σημαντικότερους πεζογράφους του μεσοπολέμου. Γεννήθηκε στη Συκαμιά της Λέσβου. Γράφτηκε στη Φιλοσοφική και τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, αλλά διέκοψε τις σπουδές του, για να πάρει μέρος στους Βαλκανικούς πολέμους. &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Η περιπέτειά του αυτή του έδωσε το υλικό για τα πρώτα έργα του&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;: μια σειρά διηγημάτων, Κόκκινες Ιστορίες (1915) και τη &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Ζωή εν Τάφω&lt;/span&gt; &lt;span style="font-weight:400;"&gt;(1924) που είναι ίσως το καλύτερο έργο του. Εκφράζει&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; αντιπολεμικό πνεύμα&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;. Ο Μυριβήλης έχει δυνατό πεζογραφικό ταλέντο και έντονο προσωπικό ύφος. Παρουσιάζει πλούτο θεμάτων και πηγαίο αίσθημα. Η γλώσσα του, πλούσια και φροντισμένη, ανανεώνει την παράδοση του δημοτικισμού. Συνδυάζει τον&lt;/span&gt; &lt;span style="font-weight:400;"&gt;έντονο ρεαλισμό&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; με άλλους απαλότερους και λυρικότερους τόνους. Έργα του (εκτός από τα παραπάνω): Η δασκάλα με τα Χρυσά Μάτια (1923), Το Πράσινο Βιβλίο (1935), Το Γαλάζιο Βιβλίο (1934), Το Κόκκινο Βιβλίο (1925), Το Βυσσινί Βιβλίο (1959), Παναγιά η Γοργόνα (1949) κ.ά. Έγινε ακαδημαϊκός.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;[ Πηγές:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Γ΄ Γυμνασίου, ΙΕΠ, "Διόφαντος"&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Εισαγωγή στην Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Α', Β', Γ' Γυμνασίου, ΙΕΠ, "Διόφαντος"&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;a href="http://ebooks.edu.gr"&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;http://ebooks.edu.gr&lt;/span&gt;&lt;/a&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;https://filologikagymnasium.blogspot. com /&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;http://users.sch.gr/&lt;/span&gt;&lt;strong&gt; ]&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;</description><pubDate>Sat, 06 Sep 2025 18:54:14 +0300</pubDate><guid isPermaLink='false'>Sat, 06 Sep 2025 18:54:14 +0300673174</guid></item><item><title>Πρώτες ενθυμήσεις, Πηνελόπη Δέλτα</title><link>https://eclass.sch.gr/modules/announcements/index.php?an_id=673173&amp;course=3701046161</link><description>&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Πρώτες ενθυμήσεις, Πηνελόπη Δέλτα&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Σχολιασμός&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;:&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Το απόσπασμα περιγράφει &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;αναδρομικά&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; την εικόνα της πατρικής μορφής, όπως αυτή χαράχτηκε στη συνείδηση και τη μνήμη της μικρής κόρης. &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Η εικόνα του πατέρα περικλείει δύο αντιθετικές όψεις&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;: από τη μια μεριά το φόβο και την τυραννική παρουσία του αυταρχικού και απρόσιτου άντρα, που διατάζει και επιβάλλεται στους γύρω του, και από την άλλη τον θαυμασμό, τη γοητεία και την υπερηφάνεια που προκαλεί η ομορφιά, η ευγένεια και η ακεραιότητά του. &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Το ενδιαφέρον στοιχείο εδώ είναι πως η αυτοβιογραφική αφήγηση δεν επιλέγει τελικά μία από τις δύο όψεις ως επικρατέστερη. Αντιθέτως, οι δύο αντίρροπες οπτικές αναπτύσσονται παράλληλα, για να συνθέσουν την εικόνα μιας μυθικής μορφής, που λατρεύεται σα θεότητα και υποχρεώνει την αφηγήτρια να παραδεχτεί πως έγινε η τελευταία μεγάλη αγάπη της ζωής της.&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; Ο αυτοβιογραφικός μονόλογος της Δέλτα φανερώνει περισσότερα για το δικό της τραυματισμένο ψυχισμό παρά για την προσωπικότητα και τη συμπεριφορά των προσώπων για τα οποία γίνεται λόγος.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Το απόσπασμα ξεκινά με μια περιγραφή του κεντρικού προσώπου, του πατέρα: "Θυμούμαι την επιβλητική του παρουσία...και γέμιζε, λες, αμέσως το σπίτι".&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Η Δέλτα παρουσιάζει και τις δύο πλευρές του χαρακτήρα του πατέρα της, όπως τις αντιλαμβάνεται η ίδια και χωρίς να κρύβει τα αρνητικά, κατά την άποψή της, στοιχεία. Από την άλλη, στις θετικές πλευρές του συγκαταλέγονται η ευγένεια, η ειλικρίνεια και η ακεραιότητα. Ιδιαίτερη έμφαση δίνει η αφηγήτρια στη μεγαλοψυχία του πατέρα της και στην έγνοια του για τη θέση των άλλων, με τους οποίους έχει δοσοληψίες.&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; Θεωρεί  τόσο σημαντική αυτήν την πτυχή, ώστε παρεμβάλλει ένα χαρακτηριστικό επεισόδιο με ένα πωλητή στρειδιών, στον οποίο ο πατέρας δίνει γερή αμοιβή για τα στρείδια του.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;ΘΕΜΑ:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Η συγγραφέας περιγράφει την εικόνα της πατρικής μορφής, όπως αυτή χαράχτηκε στη μνήμη και τη συνείδησή της ως παιδί. Ταυτόχρονα δηλώνονται και τα αντιφατικά συναισθήματα προς τον πατέρα: ο  φόβος και ο θαυμασμός για την γοητευτική αλλά και αυταρχική φιγούρα του. &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Θεματικά κέντρα:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Σχέσεις γονιών-παιδιών.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Εικόνα του πατέρα(φόβος και γοητεία).&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Συνείδηση της ανάγκης του άλλου.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Ενότητες:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;1η: "Τον πατέρα... ευκολότερα". Η μορφή του πατέρα και οι σχέσεις του με τα παιδιά.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;2η: "Ο πατέρας...της ζωής μου". Η γοητευτική προσωπικότητα του πατέρα.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;3η: "Θυμούμαι...θεότης". Το περιστατικό με τα στρείδια και οι συνέπειές του.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;(Εναλλακτικά)&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;1η ενότητα: «Τον πατέρα… μεγάλη αγάπη της ζωής μου». Η μορφή και η συμπεριφορά του πατέρα - τα συναισθήματα που εμπνέει στους άλλους.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;2η ενότητα: «θυμούμαι μια μέρα.. μα θεότης». Ένα γεγονός της καθημερινότητας ενδεικτικό της δίκαιης κρίσης και της εντιμότητας του πατέρα.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Ο χαρακτήρας του πατέρα:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Απρόσιτος&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;: ως το τέλος της ζωής του μου έμεινε θεότης απλησίαστος.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Βίαιος και θυμώδης&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;: θυμούμαι… την βία να εξαφανιστούμε, μη μας βρει καμιάν αιτία για κατσάδα ή μπάτσο. Μας μπάτσιζε ο πατέρας κάποτε…&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Αυθαίρετος και κοτζάμπασης (αυταρχικός):&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; Εκείνο που ήθελε το ήθελε και το επέβαλλε. Διέταζε. Και οι άλλοι υπήκουαν. Επιβάλλουνταν. Και οι άλλοι υποχωρούσαν. Ήταν αφέντης. Κάποτε τύραννος.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Τυραννικός:&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; Μου επιβλήθηκε πάντα και με τυράννησε, ξέροντας και μην ξέροντας. Και ως το τέλος βάρυνε η θέληση και η τυραννία του στη ζωή μου.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Ευγενικός&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;: Μα ήταν βαθιά ευγενής…&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Έντιμος και ακέραιος χαρακτήρας&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;: Και ήταν τίμιος στη σκέψη όσο και στις δοσοληψίες, ειλικρινής, υπερήφανος, ίσιος, αλύγιστος.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Ευσυνείδητος&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;: αμείλικτος στο ζήτημα συνείδηση…&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Γενναιόδωρος και με κατανόηση για τους άλλους&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;: «Ωχ, καημένη γυναίκα! Πώς θα ζήσει και αυτός, αν δεν πληρώσεις τον κόπο του και τον καιρό του;»&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Τα συναισθήματα της αφηγήτριας:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;"ο αυτοβιογραφικός μονόλογος της Πηνελόπης Δέλτα φανερώνει περισσότερα για το δικό της τραυματισμένο ψυχισμό παρά για την προσωπικότητα και τη συμπεριφορά των προσώπων για τα οποία γίνεται λόγος".&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Δύο αντίρροπες οπτικές αναπτύσσονται παράλληλα για να συνθέσουν την εικόνα της μυθικής μορφής του πατέρα:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;-&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;ο φόβος&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;: («τον φοβούμαστε πάρα πολύ, τον τρέμαμε») για την τυραννική και αυταρχική μορφή του πατέρα, που συχνά δημιουργεί το αίσθημα της ντροπής, του εξευτελισμού,&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;-&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;ο θαυμασμός&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; για την επιβλητική παρουσία και την εντιμότητα και ακεραιότητα του χαρακτήρα του όπως φάνηκε στο περιστατικό με το στρειδά («Ωχ, καημένη γυναίκα! Πώς θα ζήσει και αυτός, αν δεν πληρώσεις τον κόπο του και τον καιρό του;», καλόβουλα είπε ο πατέρας).&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt; Το περιστατικό με τα στρείδια:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Το περιστατικό αυτό αποτέλεσε μάθημα ανθρωπιάς, τη δίδαξε ότι δεν πρέπει να σκεφτόμαστε μόνο το δικό μας συμφέρον, αλλά να νιώθουμε την ανάγκη του άλλου να ζήσει, να πληρωθεί η εργασία του κατά την αξία της. Το περιστατικό εγγράφεται στη συνείδησή της ως αδιάσειστο τεκμήριο της ηθικής ανωτερότητας του πατέρα της, στοιχείο που τον αναδεικνύει σε θεότητα απλησίαστη, την τελευταία μεγάλη αγάπη της ζωής της. Μέσα της συνυπάρχει η μεγάλη αγάπη, η λατρεία, μαζί με την παραδοχή της βαριάς τυραννίας του πατέρα στη ζωή της κόρης, αλλά πάνω απ’ όλα η ανάγκη να φανερώσει τον δικό της τραυματισμένο ψυχισμό.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt; ΑΦΗΓΗΜΑΤΙΚΕΣ ΤΕΧΝΙΚΕΣ:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Ο αφηγητής είναι πρωτοπρόσωπος, ομοδιηγητικός, δραματοποιημένος (συμμετέχει στα γεγονότα που αφηγείται).&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Η εστίαση είναι εσωτερική.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Η πρόσληψη των γεγονότων γίνεται από την παιδική συνείδηση  και η καταγραφή τους από την ώριμη ηλικιακά συγγραφέα, έτσι η αφήγηση αποτελεί αναδρομή στο παρελθόν (Θυμούμαι την επιβλητική του παρουσία….. Θυμούμαι μια μέρα….)&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Αφηγηματικοί τρόποι:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Αφήγηση: στην 1η και 3η ενότητα, π.χ. "Θυμούμαι μια μέρα...και το έτρωγε".&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Η αφήγηση είναι γεμάτη σχόλια και αξιολογικές κρίσεις (Ήταν αφέντης. Κάποτε τύραννος. Μα ήταν βαθιά ευγενής) &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Περιγραφή: π.χ. της εξωτερικής εμφάνισης του πατέρα στην 1η ενότητα.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Εσωτερικός μονόλογος: π.χ. στη 2η ενότητα , "Αργότερα...της ζωής μου".&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Διάλογος: Στην 3η ενότητα. Είναι σύντομος και διεξάγεται στους κόλπους της μεγαλοαστικής κοινωνίας του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα.ΑΦΗΓΗΜΑΤΙΚΕΣ ΤΕΧΝΙΚΕΣ:&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Στο πρόσωπο του πατέρα είναι εμφανές το έλλειμμα στοργής και η επιβολή μιας σιδερένιας πειθαρχίας, απότοκο της πατριαρχικής οικογένειας, της ανδροκρατούμενης συντηρητικής κοινωνίας και των οπισθοδρομικών παιδαγωγικών αντιλήψεων.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Ύφος - γλώσσα:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Η Δέλτα γράφει κυρίως στην απλή δημοτική και ο λόγος της κυλάει ομαλά. Είναι λιτός, χωρίς πολλά φραστικά στολίδια, αλλά πλούσιος, πολύ φροντισμένος και γοητευτικός. Διαθέτει αμεσότητα, ζωντάνια, παραστατικότητα, στα πλαίσια του ρεύματος του ρεαλισμού.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; Εμφανής είναι η ιδιαίτερη περιγραφική δύναμη με παράλληλη χρήση σχημάτων λόγου, όπως: &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;-μεταφοράς("μάτια που πετούσαν φωτιές"), &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;-παρομοίωσης("ίσιο σαν λαμπάδα"), &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;-ασύνδετου("βίαιος, θυμώδης, αυθαίρετος, κοτσάμπασης"), &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;-αντίθεσης("Κάποτε τύραννος. Μα ήταν βαθιά ευγενής"), υπερβολής("και γέμιζε, λες, αμέσως το σπίτι"),&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;- επανάληψης ("θεότης απλησίαστος"). &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;-Σε κάποια σημεία χρησιμοποιεί λέξεις και εκφράσεις της καθαρεύουσας, π.χ. "Διέταζε. Και οι άλλοι υπήκουαν. Αργότερα τον γνώρισα και τον εξετίμησα. Ως το τέλος της ζωής του μου έμεινε θεότης απλησίαστος".&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Το ξύλο ως παιδαγωγικό μέσο:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Την εποχή εκείνη (αρχές 20ου αι.) οι γονείς θεωρούσαν ότι το ξύλο και ο συνακόλουθος πόνος που προκαλεί θα μπορούσε να νουθετήσει τα παιδιά τους διδάσκοντας το καλό και αποτρέποντας τα από το κακό. Η σωματική τιμωρία ήταν συχνή τόσο στο σπίτι όσο και στο σχολείο από τους δασκάλους, ως μέσω επιβολής πειθαρχίας και διαμόρφωσης ηθικού χαρακτήρα.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Η αφηγήτρια και τα αδέλφια της δέχονται το ξύλο από τη μητέρα ως κάτι αυτονόητο, χωρίς να δυσανασχετούν και χωρίς να επηρεάζονται τα συναισθήματα τους απέναντί της, καθώς η πολύωρη συνύπαρξη μαζί της την καθιστά πρόσωπο οικείο (η μητέρα,που ζούσε στο σπίτι μας τιμωρούσε συχνότερα και ευκολότερα)&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Τα συναισθήματα που προκαλούσε το ξύλο που έδινε ο πατέρας ήταν πολύ διαφορετικά, αφού είναι πρόσωπο απρόσιτο, που περνά ελάχιστο χρόνο με τα παιδιά και δεν αναπτύσσει οικειότητα μαζί τους (Οι μπάτσοι στο πρόσωπο ήταν συχνοί, δίνουνταν εύκολα και θυμούμαι ακόμα τώρα το αίσθημα της ντροπής, του εξευτελισμού, όσο και της ζάλης που ακολουθούσε κάθε μπατσιά, που πηγαινοέφερνε το μυαλό μας).&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Αυτοβιογραφία:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Με τον όρο αυτοβιογραφία χαρακτηρίζουμε συνήθως ένα συνεχές αφηγηματικό κείμενο, στο οποίο ένας άνθρωπος γράφει ο ίδιος την ιστορία της ζωής του (ή ενός μέρους της).&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Η αυτοβιογραφία στις περισσότερες περιπτώσεις γράφεται σε χρόνο αρκετά μεταγενέστερο από τα γεγονότα που εξιστορεί και σ' αυτό οφείλει τουλάχιστον ένα μέρος της λογοτεχνικότητάς της. Στην αυτοβιογραφία συγγραφέας, αφηγητής, πρωταγωνιστής ταυτίζονται.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Βιογραφικό σημείωμα:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Η Πηνελόπη Δέλτα γεννήθηκε το 1874 και ήταν το τρίτο από τα έξι παιδιά του Εμμανουήλ Μπενάκη και της Βιργινίας Χωρέμη.Την παιδική και εφηβική της ηλικία πέρασε στην Αλεξάνδρεια, με πολλά ταξίδια στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Το μεγαλοαστικό περιβάλλον στο οποίο μεγάλωσε της παρείχε κάθε δυνατότητα για παιδεία και πνευματική καλλιέργεια, ενώ η αυταρχική ανατροφή διαμόρφωσε μία εύθραυστη προσωπικότητα που αρκετές φορές θεωρούσε ως μόνη διέξοδο το θάνατο. Ο γάμος της με τον επιχειρηματία Στέφανο Δέλτα το 1895 ήταν η λύτρωση από το οικογενειακό περιβάλλον και ο δρόμος για την πνευματική της ανάπτυξη και ωριμότητα. Το έμφυτο συγγραφικό της ταλέντο εκδηλώθηκε ήδη από την παιδική της ηλικία. Η προσφορά της στην &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;παιδική λογοτεχνία &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;υπήρξε καθοριστική για την εξέλιξη του παιδικού βιβλίου. Μεγάλη θεωρείται και η συμβολή της στη συγκέντρωση προφορικών πηγών της σύγχρονης ιστορίας. Η γεμάτη πατριωτισμό ψυχή της δεν άντεξε τη βαριά ατμόσφαιρα της γερμανικής εισβολής και έτσι πήρε τη μεγάλη απόφαση να θέσει τέλος στη ζωή της το 1941, την ημέρα που έμπαιναν οι Γερμανοί στην Αθήνα. Έργα της: Για την Πατρίδα (1909), Τον Καιρό του Βουλγαροκτόνου, Παραμύθι χωρίς όνομα (1911), &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Πρώτες ενθυμήσεις &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;(1932), Τρελαντώνης (1932), Μάγκας, (1935), Μυστικά του Βάλτου (1937).&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;[ Πηγές:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Γ΄ Γυμνασίου, ΙΕΠ, "Διόφαντος"&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Εισαγωγή στην Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Α', Β', Γ' Γυμνασίου, ΙΕΠ, "Διόφαντος"&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;http://ebooks.edu.gr&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;https://blogs. sch.gr /&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;http://users.sch.gr/ &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;http://www.benaki.gr&lt;/span&gt;&lt;strong&gt; ]&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;</description><pubDate>Sat, 06 Sep 2025 18:46:50 +0300</pubDate><guid isPermaLink='false'>Sat, 06 Sep 2025 18:46:50 +0300673173</guid></item><item><title>Όσο μπορείς, Κ.Π. Καβάφης</title><link>https://eclass.sch.gr/modules/announcements/index.php?an_id=673172&amp;course=3701046161</link><description>&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Όσο μπορείς, Κ.Π. Καβάφης&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Το «Όσο μπορείς» αποτελεί το ποίημα του Καβάφη που αποδίδει τις σκέψεις του ποιητή για το πώς θα πρέπει οι άνθρωποι να αντιμετωπίζουν τη ζωή τους, &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;ώστε να μπορέσουν να διαφυλάξουν τον αυτοσεβασμό και την αξιοπρέπειά τους&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;. &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Με τον πρώτο στίχο του ποιήματος ο Καβάφης αναγνωρίζει ότι πολλές φορές οι άνθρωποι, παρά τις συνεχείς τους προσπάθειες, δεν κατορθώνουν να κάνουν τη ζωή τους όπως ακριβώς θα ήθελαν, είτε γιατί δεν πετυχαίνουν πάντοτε τους στόχους τους είτε γιατί οι περιστάσεις είναι αντίξοες. Ο ποιητής, επομένως, αντιλαμβάνεται ότι οι άνθρωποι δεν έχουν πάντοτε τον έλεγχο της πορείας που θα ακολουθήσει η ζωή τους, καθώς πολύ συχνά παρά τις επιθυμίες τους, τα πράγματα εξελίσσονται τελείως διαφορετικά, γι’ αυτό και αποδέχεται εξαρχής το ενδεχόμενο αυτό. Εκείνο, όμως, που μπορούν να ελέγξουν είναι ο τρόπος με τον οποίο θα διαχειριστούν την προσωπική τους ζωή, τον ίδιο τους τον εαυτό. Κι ως προς αυτό επιχειρεί ο ποιητής να νουθετήσει τους αναγνώστες του. “Ακόμη κι αν δεν μπορείς να κάνεις τη ζωή σου όπως τη θέλεις, τουλάχιστον προσπάθησε -όσο μπορείς- να μην την εξευτελίζεις μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου, μέσα στις ανούσιες κοινωνικές συναναστροφές.”&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Δηλαδή:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;1η στροφή:&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; Ο ποιητής κατανοεί ότι ορισμένα όνειρα των ανθρώπων μένουν απραγματοποίητα. Έτσι, καταδεικνύει ότι ο άνθρωπος πρέπει να διεξάγει έναν διττό αγώνα: αγώνα για κατάκτηση των ονείρων και των προσδοκιών του, αλλά και αγώνα για να μη χάσει στοιχεία της ατομικότητάς του. Αν η ζωή του δεν είναι ακριβώς αυτή που ονειρεύτηκε, θα πρέπει να διατηρήσει έναν αξιοπρεπή τρόπο ζωής και να μην την καταστήσει ευτελή (φτηνή). &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;2η στροφή: &lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Τονίζεται ο κίνδυνος της αλλοτρίωσης των ανθρώπων από την ανάλωσή τους σε ανούσιες παρέες και κοινωνικές εκδηλώσεις, καθώς μπορεί να χάσουν τη μοναδικότητά τους. Όταν ο άνθρωπος επιδίδεται σε ανούσιες κουβέντες και επιφανειακές κοινωνικές σχέσεις, τότε αποξενώνεται από τον εαυτό του, ξεχνάει ποιος είναι, ποιες είναι οι πραγματικές του επιθυμίες και οι στόχοι του και αφιερώνει χρόνο και προσπάθεια για να είναι αρεστός και αποδεκτός από το κοινωνικό σύνολο. Έτσι,  μαζοποιείται και χάνει τον εαυτό του. &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Ο τίτλος του ποιήματος &lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Ο τίτλος του ποιήματος είναι φράση που υπάρχει (και επαναλαμβάνεται) στο ποίημα. Με αυτήν ο ποιητής αναγνωρίζει πως αυτά που προτείνει στους αναγνώστες είναι δύσκολα και απαιτούν προσωπικό αγώνα. Γι΄αυτό δεν είναι απόλυτος, αλλά προτείνει να αντισταθούν στον συμβιβασμό όσο μπορούν. Με τη χρήση του β’ ενικού προσώπου ο τόνος γίνεται άμεσος και οικείος. Δημιουργείται ένα κλίμα διαλόγου μεταξύ ποιητή και αναγνώστη. Το ύφος γίνεται προτρεπτικό, παραινετικό (συμβουλευτικό). &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Πώς διαφυλάσσουν οι άνθρωποι την αξιοπρέπειά τους;&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Οι άνθρωποι πρέπει να καταβάλλουν προσπάθειες για να μη γίνει η ζωή τους «ξένη και φορτική». Για να μην είναι ο άνθρωπος αποξενωμένος από τον εαυτό του, οφείλει πρώτα απ’ όλα να διαμορφώσει τον χαρακτήρα και την ατομικότητά του. Αυτό το επιτυγχάνει μέσω της πνευματικής καλλιέργειας και της καλλιέργειας των ταλέντων του, μέσω ποικίλων δραστηριοτήτων που του ταιριάζουν και τον ευχαριστούν. Έτσι κατακτά την αυτογνωσία και την αυτοεκτίμησή του. Ένας τέτοιος άνθρωπος είναι δύσκολο να γίνει ένα με το άβουλο πλήθος, ακόμα και όταν βλέπει ότι τα όνειρά του δεν πραγματοποιούνται. Μένει αξιοπρεπής και δεν προσβάλλει τη μοναδικότητά του, προκειμένου να γίνει κοινωνικά αποδεκτός. &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Γλώσσα: &lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Είναι ιδιότυπη. Δημοτική, με τύπους της καθαρεύουσας και με τις ιδιαιτερότητες του ιδιώματος της Κωνσταντινούπολης και της Αλεξάνδρειας. Εξαιρετικά λιτός λόγος, με ελάχιστα επίθετα (όσα υπάρχουν έχουν πάντα ιδιαίτερη σημασία, δεν είναι ποτέ συμβατικά, κοσμητικά επίθετα). Ουδέτερη γλώσσα, σχεδόν πεζολογική, μακριά από τις ποιητικές συμβάσεις της εποχής. Η γλώσσα δεν αποκαλύπτει τα συναισθήματα.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Χαρακτηριστικά της καβαφικής ποίησης:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;- Μετατόπιση του χρόνου (στην ελληνιστική, κυρίως, εποχή).&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;- Ιδιότυπη γλώσσα&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;- Συμβολισμός&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;- Θεατρικότητα&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;- Λεπτή ειρωνεία /Σαρκασμός&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;- Ρεαλισμός&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;- Διδακτικός τόνος&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;- Στοχαστική διάθεση&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;- Γλωσσική ακρίβεια και λιτότητα&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;- Πεζολογία/ Ελεύθερος στίχος&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;- Χρήση χρονολογικών δεικτών στον τίτλο&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Οι θεματικοί κύκλοι της καβαφικής ποίησης:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Ο ίδιος είχε κατατάξει τα ποιήματά του σε τρεις κατηγορίες: τα ιστορικά, τα φιλοσοφικά και τα ερωτικά ή αισθησιακά.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Σύμβολα:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Ο Καβάφης λειτουργεί κυρίως μέσω των συμβόλων. Αντλεί μνήμες από το παρελθόν, και τις αποθέτει στο παρόν. Η συμβολιστική του τάση είναι έντονη και συνδυάζεται με λόγο λιτό, αλλά διαχρονικά επίκαιρο. &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Η ειρωνική διάθεση, αυτό που αποκλήθηκε&lt;/span&gt;&lt;strong&gt; καβαφική ειρωνεία&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; συνδυάζεται με την τραγικότητα της πραγματικότητας, για να καταστεί κοινωνικά διδακτική. &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Γεννήθηκε το 1863 και πέθανε το 1933, στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Έζησε και στην Αγγλία και στην Κωνσταντινούπολη. Γόνος οικογένειας μεγαλεμπόρων που ξέπεσε, για να να προσληφθεί, τελικά, ως υπάλληλος στο Υπουργείο των Δημοσίων Έργων της Αιγύπτου. Ποτέ δεν εξέδωσε δικό του βιβλίο, παρά τύπωνε τα ποιήματά του σε μονόφυλλα. Στο ελλαδικό κοινό έγινε γνωστός με ένα άρθρο του Γρ. Ξενόπουλου. Από τότε συντελέσθηκε η πανελλήνια και παγκόσμια, πλέον, αναγνώρισή του. Έργα του: &lt;/span&gt;&lt;a href="http://users.sch.gr/ipap/Ellinikos_Politismos/logotexnia/d6-03-02.htm"&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Δέησις&lt;/span&gt;&lt;/a&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;, &lt;/span&gt;&lt;a href="http://users.sch.gr/ipap/Ellinikos_Politismos/logotexnia/B-thermopyles.htm"&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Θερμοπύλες&lt;/span&gt;&lt;/a&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;, &lt;/span&gt;&lt;a href="http://users.sch.gr/ipap/Ellinikos_Politismos/logotexnia/C-phones.htm"&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Φωνές&lt;/span&gt;&lt;/a&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;, &lt;/span&gt;&lt;a href="http://users.sch.gr/ipap/Ellinikos_Politismos/logotexnia/C-oso-mporeis.htm"&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Όσο μπορείς&lt;/span&gt;&lt;/a&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;, &lt;/span&gt;&lt;a href="http://users.sch.gr/ipap/Ellinikos_Politismos/logotexnia/C-200.htm"&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Στα 200 π.Χ.&lt;/span&gt;&lt;/a&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;, &lt;/span&gt;&lt;a href="http://ebooks.edu.gr/ebooks/v/html/8547/2700/Keimena-Neoellinikis-Logotechnias_A-Lykeiou_html-empl/indexG3_1.html"&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Περιμένοντας τους βαρβάρους&lt;/span&gt;&lt;/a&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;, &lt;/span&gt;&lt;a href="http://ebooks.edu.gr/ebooks/v/html/8547/2700/Keimena-Neoellinikis-Logotechnias_A-Lykeiou_html-empl/indexG3_2.html"&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Ιθάκη&lt;/span&gt;&lt;/a&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;. &lt;/span&gt;&lt;a href="http://ebooks.edu.gr/ebooks/v/html/8547/2700/Keimena-Neoellinikis-Logotechnias_A-Lykeiou_html-empl/indexG3_3.html"&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Η σατραπεία&lt;/span&gt;&lt;/a&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;, &lt;/span&gt;&lt;a href="http://ebooks.edu.gr/ebooks/v/html/8547/2700/Keimena-Neoellinikis-Logotechnias_A-Lykeiou_html-empl/indexG3_4.html"&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον&lt;/span&gt;&lt;/a&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;, &lt;/span&gt;&lt;a href="http://ebooks.edu.gr/ebooks/v/html/8547/2700/Keimena-Neoellinikis-Logotechnias_A-Lykeiou_html-empl/indexG3_5.html"&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Αλεξανδρινοί βασιλείς&lt;/span&gt;&lt;/a&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;, &lt;/span&gt;&lt;a href="http://ebooks.edu.gr/ebooks/v/html/8547/2700/Keimena-Neoellinikis-Logotechnias_A-Lykeiou_html-empl/indexG3_6.html"&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Ηγεμών εκ Δυτικής Λιβύης&lt;/span&gt;&lt;/a&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;, &lt;/span&gt;&lt;a href="http://ebooks.edu.gr/ebooks/v/html/8547/2700/Keimena-Neoellinikis-Logotechnias_A-Lykeiou_html-empl/indexG3_7.html"&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Νέοι της Σιδώνος 400 μ.Χ.&lt;/span&gt;&lt;/a&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;, &lt;/span&gt;&lt;a href="http://ebooks.edu.gr/ebooks/v/html/8547/2712/Neoelliniki-Logotechnia_G-Lykeiou-AnthrSp_html-empl/index_1_04.html"&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Καισαρίων&lt;/span&gt;&lt;/a&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;, &lt;/span&gt;&lt;a href="http://ebooks.edu.gr/ebooks/v/html/8547/2712/Neoelliniki-Logotechnia_G-Lykeiou-AnthrSp_html-empl/index_1_05.html"&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Ὁ Δαρεῖος&lt;/span&gt;&lt;/a&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;, &lt;/span&gt;&lt;a href="http://ebooks.edu.gr/ebooks/v/html/8547/2712/Neoelliniki-Logotechnia_G-Lykeiou-AnthrSp_html-empl/index_1_06.html"&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Μελαγχολία τοῦ Ἰάσωνος Κλεάνδρου ποιητοῦ ἐν Κομμαγηνῇ· 595 μ.Χ.&lt;/span&gt;&lt;/a&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;[ ΠΗΓΕΣ:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Γ΄ Γυμνασίου, ΙΕΠ, "Διόφαντος"&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Εισαγωγή στην Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Α', Β', Γ' Γυμνασίου, ΙΕΠ, "Διόφαντος"&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;a href="http://ebooks.edu.gr/"&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;http://ebooks.edu.gr&lt;/span&gt;&lt;/a&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;a href="http://mnik-logotexnia.com/"&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;http://mnik-logotexnia.com&lt;/span&gt;&lt;/a&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; /&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;https://blogs.sch.gr /&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;a href="http://users.sch.gr/"&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;http://users.sch.gr/&lt;/span&gt;&lt;/a&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;https://el.m.wikipedia.org/&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;a href="https://blogs.sch.gr/natasants/files/2022/03/%CF%83%CF%84%CE%B1-200-%CF%80%CE%A7-2-1.pdf"&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;https://blogs.sch.gr/natasants/files/2022/03/%CF%83%CF%84%CE%B1-200-%CF%80%CE%A7-2-1.pdf&lt;/span&gt;&lt;/a&gt;&lt;strong&gt; ]&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;</description><pubDate>Sat, 06 Sep 2025 18:44:55 +0300</pubDate><guid isPermaLink='false'>Sat, 06 Sep 2025 18:44:55 +0300673172</guid></item><item><title>Ο Παχύς και ο Αδύνατος, Άντον Τσέχωφ</title><link>https://eclass.sch.gr/modules/announcements/index.php?an_id=673170&amp;course=3701046161</link><description>&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Ο Παχύς και ο Αδύνατος, Άντον Τσέχωφ&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Σχολιασμός:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Το σύντομο διήγημα του Τσέχωφ παρουσιάζει την&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; αλλοτρίωση των ανθρώπινων χαρακτήρων και σχέσεων στο πλαίσιο της γραφειοκρατίας της τσαρικής Ρωσίας&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;. Δύο παλιοί συμμαθητές συναντιούνται στο σιδηροδρομικό σταθμό. Πριν ακόμη αναγνωριστούν, η &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;περιγραφή της εικόνας και της μυρωδιάς τους από τον αφηγητή αποκαλύπτει τόσο τα σημάδια της ταξικής τους διαφοράς όσο και την κοινή τους μιζέρια.&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; Ύστερα από την αρχική συγκίνηση, η απόπειρα του Αδύνατου να εκθέσει τα τεκμήρια της αξιοπρεπούς κοινωνικής του θέσης συγκρούεται με την καταλυτική ομολογία του Παχύ για την πολύ ανώτερη θέση  που ο ίδιος έχει κατορθώσει να κατακτήσει. Η συνέχεια, με την &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;κωμική δουλοπρέπεια που εκδηλώνει ο παλιός συμμαθητής προς τον αυτάρεσκο σημερινό ανώτερό του, δηλώνει με σαφήνεια τα στενά όρια της αξιοπρέπειας στο ασφυκτικό περιβάλλον&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; της γραφειοκρατικής δημοσιοϋπαλληλίας. Η ηθική κατάπτωση του Αδύνατου γίνεται ακόμα εντονότερη, καθώς &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;διαδραματίζεται μπροστά στην οικογένειά του, μεταμορφώνοντας τη στιγμιαία συνάντηση σε αποκαλυπτική στιγμή,&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; που φαίνεται να σφραγίζει στα μάτια της γυναίκας και του παιδιού του την πλήρη προσωπική του αποτυχία. Όπως συχνά συμβαίνει στον Τσέχωφ, &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;ο τόνος του σύντομου διηγήματος είναι γλυκόπικρος&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;, καθώς το επεισόδιο (και η περιγραφή του από τον αφηγητή) εκφράζουν συγχρόνως&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; χιούμορ για την κωμική αλληλεπίδραση των δύο χαρακτήρων και θλίψη για την υποχώρηση της αξιοπρέπειας&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; μπροστά στις κοινωνικές συμβάσεις. Μια λεπτομέρεια, εξάλλου, που εμφανίζεται ως μακρινή και χαριτωμένη ανάμνηση, φαίνεται να δηλώνει με χιούμορ την προδιαγεγραμμένη πορεία των δύο χαρακτήρων: ο Ηρόστρατος και ο Εφιάλτης των σχολικών χρόνων δείχνουν να έχουν επαληθεύσει τα παιδικά τους παρατσούκλια στην εξέλιξή τους σε ενήλικες γραφειοκράτες.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Θεματικά κέντρα: &lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Αλλοτρίωση  Γραφειοκρατία Δουλοπρέπεια.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;ΘΕΜΑ:&lt;/strong&gt; &lt;span style="font-weight:400;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Το σύντομο διήγημα του Τσέχωφ παρουσιάζει την αλλοτρίωση των ανθρώπινων χαρακτήρων και σχέσεων στο πλαίσιο της γραφειοκρατίας της τσαρικής Ρωσίας.  &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Τίτλος:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Ο τίτλος αποκαλύπτει την κοινωνική/ταξική-οικονομική διαφορά των ηρώων: Ο Παχύς ευκατάστατος, ο Αδύνατος με ισχνό (πενιχρό) εισόδημα. Και οι δύο όμως θα έκαναν τα πάντα, ώστε να ανέλθουν κοινωνικά, κάτι που προβάλλουν και τα παρατσούκλια τους:&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;- Ο &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Ηρόστρατος (Παχύς)&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; ήταν εμπρηστής του ναού της Αρτέμιδος στην Έφεσο(4ος αι. π.Χ.) για την απόκτηση φήμης και &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;-ο &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Εφιάλτης (Αδύνατος&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;) πρόδωσε την πατρίδα του στις Θερμοπύλες για κύρος κι εξουσία. &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;(Η αφήγηση εναλλάσσεται με την περιγραφή και τον διάλογο, ενώ ο αφηγητής είναι ετεροδιηγητικός.)&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Ο τίτλος δηλώνει τη σατιρική διάσταση του διηγήματος:&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Παχύς&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;: είναι εκπρόσωπος της εξουσίας, εκμεταλλεύεται τη θέση του, ζει με καλοπέραση.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Αδύνατος&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;: ανήκει σε κατώτερα στρώματα της δημοσιοϋπαλληλικής ιεραρχίας, έχει κακόμοιρο παρουσιαστικό, είναι μίζερος, δουλοπρεπής χαρακτήρας.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Ενότητες:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;1η: « Στο σιδηροδρομικό…… δύο παράσημα»: Στη συνάντηση των δύο φίλων κυριαρχεί η συγκίνηση και παρουσιάζεται η επαγγελματική τους εξέλιξη και κοινωνική θέση. &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Τίτλος: Η συνάντηση των δύο φίλων&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;2η: «Ο Αδύνατος….κατάπληκτοι»: Ο Αδύνατος αναλώνεται σε κολακείες/φιλοφρονήσεις και ο Παχύς φεύγει αηδιασμένος.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Τίτλος: Η αλλαγή της συμπεριφοράς του Αδύνατου&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Ανάλυση ενοτήτων:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;¶ &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;1η ενότητα:&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Η συνάντηση των δύο συμμαθητών&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Η περιγραφή της εικόνας και της μυρωδιάς τους&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Εκδήλωση χαράς και συγκίνηση&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Μια μακρινή ανάμνηση δηλώνει την προδιαγεγραμμένη πορεία των συμμαθητών σε ενήλικες γραφειοκράτες.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Ο αδύνατος προσπαθεί να εκθέσει την αξιοπρεπή κοινωνική του θέση.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Όλα ανατρέπονται από την αυτάρεσκη ομολογία του παχύ για την πολύ ανώτερη θέση που κατέχει.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;¶ &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;2η ενότητα:&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Η κοινωνική διαφορά εξαφανίζει τη φιλία, την αξιοπρέπεια, την ανθρωπιά κι εμφανίζονται η κολακεία και η δουλικότητα.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Η ηθική κατάπτωση του Αδύνατου γίνεται εντονότερη, γιατί διαδραματίζεται μπροστά στην οικογένειά του.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Περιβάλλον γραφειοκρατικής τσαρικής Ρωσίας, όπου η επαγγελματική - κοινωνική θέση - ιεραρχία καθορίζει τις σχέσεις των ανθρώπων.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Αφηγηματικοί τρόποι:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Αφήγηση σε γ’ πρόσωπο (Αφηγηματικές τεχνικές: παντογνώστης αφηγητής/ετεροδιηγητικός, εξωτερική οπτική γωνία, εστίαση μηδενική)&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Διάλογος&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Περιγραφή&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Ύφος:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;μελαγχολική χροιά, χιούμορ και λεπτή ειρωνεία, θεατρικός χαρακτήρας: &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;-σκηνική παρουσία προσώπων&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;-διάλογος&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;-αντιδράσεις - συμπεριφορά&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;-τρόπος που εξελίσσεται η συνάντησή τους&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Ο ρόλος των μηχανισμών εξουσίας είναι εμφανής:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;-Ο Αδύνατος συστήνει δύο φορές τη γυναίκα του (περήφανος για την καταγωγή και το θρήσκευμά της).&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;-Περιγραφή επαγγελματικής επιτυχίας από τον Αδύνατο&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;-Ανώτερη θέση του Παχύ (ανατροπή κατάστασης για τον Αδύνατο)&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Βιογραφικό σημείωμα&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; Σπουδαίος ρώσος συγγραφέας από τους κορυφαίους της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Γεννήθηκε το 1860 στο Ταγκανρόκ της Αζοφικής. Πέρασε δύσκολα παιδικά χρόνια. Κατάφερε να σπουδάσει Ιατρική στη Μόσχα. Ένα χρόνο πριν πάρει το πτυχίο του εκδίδει και το πρώτο του βιβλίο με τίτλο Παραμύθια της Μελπομένης. Έως τότε, δημοσίευε κείμενά του σε περιοδικά και εφημερίδες της Μόσχας και της Πετρούπολης. Κατά τη διάρκεια της συγγραφικής του καριέρας συνεργαζόταν αρκετά συχνά με λογοτεχνικά περιοδικά. &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Ο Τσέχωφ στη ζωή του είχε δύο αγάπες. Όπως έλεγε κι ο ίδιος, την «ερωμένη» του (λογοτεχνία) και τη «νόμιμη γυναίκα» του (Ιατρική). Ασχολήθηκε και με τα δύο με εξαιρετική επιτυχία, με αληθινή αγάπη και υπευθυνότητα. Ως γιατρός βοηθούσε τους ανήμπορους. Βαθιά ανθρωπιστής, δε δίστασε να ταξιδέψει έως την Σιβηρία, για να παρακολουθήσει τις συνθήκες επιβίωσης των φυλακισμένων. Στα διηγήματα μεταξύ 1886-1890 ξεχωρίζει όχι μονάχα η ασύγκριτη χιουμοριστική του δύναμη, μα και η ικανότητα να ζωντανεύει τις λεπτομέρειες της ζωής που μένουν απαρατήρητες. Έργα του: &lt;/span&gt;&lt;a href="https://users.sch.gr/ipap/Ellinikos_Politismos/logotexnia/A-Vankas.htm"&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;O Βάνκας&lt;/span&gt;&lt;/a&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;, &lt;/span&gt;&lt;a href="https://users.sch.gr/ipap/Ellinikos_Politismos/logotexnia/B-enas-arithmos.htm"&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Ένας αριθμός&lt;/span&gt;&lt;/a&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;, &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;a href="https://users.sch.gr/ipap/Ellinikos_Politismos/logotexnia/C-paxys.htm"&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;O Παχύς και ο Αδύνατος&lt;/span&gt;&lt;/a&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;, Ο γλάρος, Ο θείος Βάνιας, Οι τρεις αδελφές, Ο βυσσινόκηπος, Στέππα. Πέθανε το 1904 σε ηλικία μόλις 44 ετών.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;[ ΠΗΓΕΣ:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Γ΄ Γυμνασίου, ΙΕΠ, "Διόφαντος"&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;http://ebooks.edu.gr&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;https://blogs.sch.gr /&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;http://users.sch.gr/ Γ. Παπαθανασίου&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;https://el.m.wikipedia.org/ &lt;/span&gt;&lt;strong&gt;]&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;</description><pubDate>Sat, 06 Sep 2025 17:58:14 +0300</pubDate><guid isPermaLink='false'>Sat, 06 Sep 2025 17:58:14 +0300673170</guid></item><item><title>Τ' αγνάντεμα, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης</title><link>https://eclass.sch.gr/modules/announcements/index.php?an_id=673169&amp;course=3701046161</link><description>&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Τ' αγνάντεμα, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Σχολιασμός:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Η θάλασσα είναι πρωταγωνίστρια στο σκιαθίτικο διήγημα του Αλ. Παπαδιαμάντη ''Το αγνάντεμα''. Αυτή είναι που ορίζει τη μοίρα των αντρών και των γυναικών στην παραδοσιακή αυτή και ταλαιπωρημένη ναυτική κοινωνία. Οδηγεί τους τολμηρούς ναυτικούς στο δρόμο της αναζήτησης του βιοπορισμού και της περιπέτειας. Αλλά και τους αναγκάζει στην αρχή κάθε άνοιξης να εγκαταλείπουν την οικογενειακή θαλπωρή, όταν γίνονται οι ετοιμασίες των πληρωμάτων για την έναρξη των ναυτικών ταξιδιών που οδηγούν στα επικίνδυνα περάσματα του Εύξεινου Πόντου και της Μαύρης Θάλασσας τα ιστιοφόρα πλοία της εποχής. Η ίδια εποχή ορίζει την αρχή της νέας δοκιμασίας για τις γυναίκες των ναυτικών, γεμάτης με την αγωνία της αναμονής, καθώς ζουν με το φόβο της απώλειας των αγαπημένων τους. Αυτόν τον πόνο έρχεται να ελέγξει και να μετριάσει η τελετουργία της αναχώρησης και του αποχαιρετισμού των ναυτικών, όπως την παρουσιάζει με περιγραφική δύναμη και ψυχογραφική διείσδυση ο Παπαδιαμάντης στο διήγημα.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Ενότητες:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;α. Ο βράχος και το εξωκλήσι της Παναγίας της Κατευοδώτρας&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Η αρχή του διηγήματος μας φέρνει στον χώρο των γεγονότων, σ’ ένα μικρό ξωκλήσι κάποιας έρημης ακτής. Όλον τον χειμώνα το εκκλησάκι στέκεται -έρημο κι αυτό- πάνω στον απότομο βράχο να το δέρνουν οι βοριάδες. Έρημο, αφού δε γίνονται λειτουργίες, εκτός από την ημέρα των Φώτων: τότε κατεβαίνει ένας ιερέας από το μοναστήρι του Αγίου Χαραλάμπους, που βρίσκεται παραπάνω στο βουνό, και κάνει λειτουργία για μερικές οικογένειες βοσκών που ζουν απομονωμένοι εκεί κοντά.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Σ’ εκείνο το εκκλησάκι, συνήθως την άνοιξη, μαζεύονται γυναίκες και κόρες ναυτικών, για να αγναντέψουν τον απόπλου των πλοίων και να ευχηθούν στην Παναγία την Κατευοδώτρα να δώσει καλά ταξίδια στους δικούς τους. Έτσι, μαθαίνουμε γιατί οι κάτοικοι έχουν αφιερώσει το εκκλησάκι στην Παναγία και της έχουν δώσει αυτόν τον χαρακτηρισμό.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί δύο παρομοιώσεις για τους ναυτικούς, θέλοντας να δείξει τη σκληρή δουλειά που κάνουν πάνω στα καράβια:&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;α. Βοϊδάκια λογικά, που όργωναν αντί της ξηράς την θάλασσαν·&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Οι ναυτικοί παρομοιάζονται με τα βόδια, μόνο που αυτοί έχουν μυαλό και οργώνουν τη θάλασσα.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;φρόνιμα, όπως τα δύο εκείνα τέκνα της ιερείας της Δήμητρος, τα μακαρισθέντα.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;β. Η δεύτερη παρομοίωση, που δείχνει και αυτή τους υπεράνθρωπους κόπους και την αυτοθυσία των ναυτικών, μας πάει πίσω στους μύθους των αρχαίων Ελλήνων, στην ιστορία του Κλέοβη και του Βίτωνα, δύο αδελφών που ξεψύχησαν και δοξάστηκαν, αφού μετέφεραν την μητέρα τους, Κυδίππη, ιέρεια της Δήμητρας, στο ιερό. Την ιστορία διηγείται ο Ηρόδοτος στο επεισόδιο του Κροίσου και του Σόλωνα:&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Ο συναισθηματικός κόσμος των γυναικών δίνεται στο τέλος της πρώτης ενότητας λιτά αλλά εύστοχα: Νεαραί γυναίκες ρεμβάζουσαι και μητέρες συλλογισμέναι ήρχοντο δια να καθίσουν και αγναντέψουν.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;β. Ο απόπλους των πλοίων&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Οι ναυτικοί αναχωρούν στις αρχές της άνοιξης, γιατί τότε βέβαια οι καιρικές συνθήκες επιτρέπουν ασφαλέστερα ταξίδια. Οι καιροί μπορεί να είναι καλύτεροι για ταξίδια, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι και η διάθεση των ναυτικών είναι ανάλογη· κάνουν τα πάντα για να καθυστερήσουν την αναχώρηση:&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Η βάρκα επερίμενε διπλαρωμένη έξω εις την προκυμαίαν. O καπετάνιος δεν ετελείωνε τους αποχαιρετισμούς εις την οικίαν· και ο λοστρόμος εμάκρυνε τις παινετάδες εις τα καπηλειά. Κι η βάρκα επερίμενε. Και ο μούτσος έχασκε καθήμενος έξω, επάνω εις το κεφαλόσκαλον. Και ο νεαρός ναύτης, όστις είχεν έλθει με τον μούτσον τώρα από την σκούναν, που ήτον στα πανιά, εγίνετο άφαντος. Δύο άλλοι σύντροφοι, περασμένοι στα χαρτιά, ναυτολογημένοι, έλειπαν. Κανείς δεν ήξευρε πού ήσαν. Και μέσα εις το πλοίον, οπού έφερνε βόλτες-βόλτες κι εστρέφετο ως δεμένον περί κέντρον αόρατον –το κέντρον ήτο μέσα εις τας καρδίας και τας εστίας των ναυτικών– άλλος δεν ήτο ειμή ο πηδαλιούχος, ο μάγειρος, κι ένας επιβάτης, ξένος κι έρημος, εις τον οποίον είχαν ειπεί, «τώρα, στη στιγμή, να, τώρα-τώρα θα φύγουμε», κι είχε μπαρκάρει, ο άνθρωπος, από δώδεκα ώρας πριν.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;γ. Το ξωκλήσι παίρνει ζωή&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Τις μέρες που οι ναυτικοί με δυσκολία αφήνουν τα σπίτια τους για να μπαρκάρουν, πολλές γυναίκες, παρέες παρέες (καραβάνια γυναικών, ασκέρια, φουσάτα γυναικών) θυμούνται το παρεκκλήσι της Παναγιάς της Κατευοδώτρας και το ανοίγουν. Εκεί όμως της περιμένουν οι φωνές της κλησάρισσας γριάς Μαλαμίτσας, η οποία μαλώνει τις γυναίκες που, θέλοντας να δείξουν την ευσέβειά τους, βρωμίζουν τελικά με λάδια το χώρο και τα βιβλία. Οι κουβέντες είναι έμμεση νουθεσία: η ευσέβεια και η ταπεινότητα δε δείχνονται με υπερβολές.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Αυτή επήρε το καλαθάκι της, την ρόκα της, τ’ αδράχτι της, και ήλθεν από τον άγιον Νικόλαον επίτηδες, κατά παραγγελίαν του κυρ Αγγελή, του επιτρόπου,… διά να μαλώση τις γυναίκες τις ευλαβητικές (αλίμονον! η ευλάβειά μας είναι για το συφέρο, έλεγε σείουσα την κεφαλήν), να μην το παρακάνουν και χύνουν λάδια πολλά και καταλαδώνουν το έδαφος του ναού, και τα στασίδια, και τ’ αναλόγι, και τα δύο-τρία παμπάλαια βιβλία που ήσαν εκεί, και τα μανάλια, και τον τοίχον, και το τέμπλο, και τις ποδιές, και αυτάς τας αγίας εικόνας.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;δ. Αποχαιρετισμός στα πλοία&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Σε αυτήν την ενότητα, τη συντομότερη του διηγήματος, αν εξαιρέσει κανείς τον επίλογο, ο αφηγητής δίνει αλλεπάλληλα στιγμιότυπα απόπλου των πλοίων. Ο σκοπός του είναι να δώσει παραδείγματα των αποχαιρετισμών που απευθύνουν συνήθως οι γυναίκες στα πλοία που αναχωρούν:&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;[…] Κατευόδιο καλό. Η προσευχή των μικρών παιδιών τους ας είναι η πνοή στα πανιά, στα ξάρτια του καραβιού σας… στο καλό, στο καλό!&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Ιδού το καράβι του καπετάν-Σταμάτη του Σύρραχου. Υπερήφανα, καμαρωμένα, αδελφωμένα τα δυο, αυτό κι ο πλοίαρχός του πάνε να μας φέρουν καλά, να μας φέρουν στολίδια. Στο καλό, πουλί μου, στο καλό!&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Ιδού και η γολέτα του καπετάν-Μανώλη του Χατζηχάνου… Η ψυχή μου, η πνοή μου, να είναι πάντα στα πανιά σου, ωσάν λαμπάδα του Επιταφίου, να διώχνη τα μαύρα, τα κατακόκκινα τελώνια, πριν προφτάσουν να κατακαθίσουν στα πινά σου. Σύρε, πουλί μου, στο καλό, και στην καλή την ώρα! Στο καλό!… […]&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;ε. Η ιστορία της γριάς Συρραχίνας&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Λίγο πριν το τέλος του διηγήματος διαβάζουμε την εκτενέστερη ενότητα, που μπορεί να θεωρηθεί και η κορύφωση του κειμένου. Εδώ παίρνει τον λόγο μια ογδοντάχρονη καπετάνισσα, η γριά Συρραχίνα, για να εξηγήσει γιατί βρίσκεται εκεί το εκκλησάκι της Παναγίας. Όλα οφείλονται στην ιστορία μιας κοπέλας που έζησε στην αρχαιότητα και παρακάλεσε τους θεούς να τη γλιτώσουν από τα βάσανά της μεταμορφώνοντάς της σε βράχο. Η Φλάνδρα ή Φλανδρώ, από το Φιλανδρώ, δηλαδή αυτή που αγαπά τον άνδρα της (&amp;lt; φιλῶ + ἀνήρ, ανδρός), αγάπησε και παντρεύτηκε έναν νέο καπετάνιο. Αυτός μπάρκαρε κι εκείνη ήρθε στο εκκλησάκι για να αγναντέψει την αναχώρηση. Δεν μπορούσε να κρατήσει τα δάκρυά της, που κυλούσαν πικρά και πίκραναν κι αγρίεψαν τα κύματα. Τα κύματα βρήκαν το καράβι του άντρα της στ’ ανοιχτά και το βούλιαξαν. Ο καπετάνιος δε γύρισε ποτέ και η Φλανδρώ, μην μπορώντας να αντέξει την απουσία του, παρακάλεσε τους θεούς να την απαλλάξουν από τον καημό της κάνοντάς τη πέτρα: είναι κάτω στον θαλασσοδαρμένο γιαλό και έχει ακόμη το ανθρώπινο σχήμα. Πολλά χρόνια αργότερα, μια άλλη γυναίκα, της οποίας τα παιδιά ταξίδευαν, εκπλήρωσε ένα τάμα που είχα κάνει στην Παναγία και της αφιέρωσε το εκκλησάκι, για να προστατεύει τα παιδιά της στα ταξίδια.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Η ιστορία της Συρραχίνας εντάσσεται σε μια σειρά λαϊκών μύθων που πλάστηκαν για να εξηγήσουν ένα υπερφυσικό γεγονός. Αντίστοιχη με τη δραματική ιστορία της Φλανδρώς ήταν στην αρχαιότητα και η τραγική ιστορία της Νιόβης (μπορείτε να τη διαβάσετε παρακάτω στα παράλληλα κείμενα).&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Πέρα από το εξηγήσει μια ιδιοτροπία της φύσης και την παρουσία ενός παρεκκλησίου, η ιστορία της Συρραχίνας έχει και ένα βαθύτερο νόημα· στην πραγματικότητα, η Φλανδρώ και οι γυναίκες που ακούν δίπλα στο εκκλησάκι την αφήγηση έχουν κάποια κοινά στοιχεία: όπως η Φλανδρώ, έτσι και αυτές έχουν άντρες (ή αδέλφια) ναυτικούς· όπως η Φλανδρώ, έτσι και αυτές έρχονται στο ίδιο μέρος, για να ευχηθούν καλό κατευόδιο και να προσευχηθούν για την καλή επιστροφή.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Έτσι, η ιστορία της Συρραχίνας είναι μια έμμεση νουθεσία για τις γυναίκες:&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;(α) οφείλουν ν’ αγαπούν και να είναι αφοσιωμένες στον άντρα ναυτικό, όπως η Φλανδρώ στον άντρα της.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;(β) πρέπει να αποφεύγουν τις αρνητικές σκέψεις, που μόνο βλαβερές συνέπειες έχουν (παράδειγμα η Φλανδρώ).&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;(γ) αντίθετα, πρέπει να εύχονται στην Παναγία για την καλή επιστροφή (παράδειγμα η Χατζηγιάνναινα).&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;στ. Επίλογος: η δύση του ηλίου και η επιστροφή των γυναικών &lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Με τις ιστορίες η ώρα έχει περάσει. Το σούρουπο πλησιάζει, τα καράβια έχουν χαθεί από τα μάτια των γυναικών, που μαζεύουν χόρτα πριν πάρουν τον δρόμο της επιστροφής. Πίσω στην πόλη, το κεντρικό θέμα του διηγήματος, οι ευχές για το καλό ταξίδι, επανέρχεται στο τραγούδι μιας τελευταίας παρέας ναυτικών, που θα αποπλεύσουν την επομένη:&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;«Σύρε, πουλί μου, στο καλό – και στην καλή την ώρα!».&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;ΘΕΜΑΤΙΚΑ ΚΕΝΤΡΑ ΤΟΥ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;- Η εθιμοτυπία της αγροτικής κοινωνίας, η οργάνωση, οι παραδόσεις και η θρησκευτική ζωή.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;- Η ζωή των ναυτικών μέσα από τη σκηνή της αναχώρησης και του αποχωρισμού από τα σπίτια και τις οικογένειές τους.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;- Ο δεσπόζων ρόλος και το ήθος των γυναικών.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Πρόκειται για ένα ηθογραφικό διήγημα για τη ζωή των απλών ανθρώπων (της Σκιάθου), που προβάλλει τον αγώνα για την επιβίωση, τις σκληρές συνθήκες της ζωής, τη δύναμη της συζυγικής πίστης και αγάπης.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Λαογραφία - Κοινωνικοί ρόλοι:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Οι γυναίκες των ναυτικών τηρούν με ευλάβεια το εθιμοτυπικό του αγναντέματος, γεγονός που ενισχύει το αίσθημα συντροφικότητας και αλληλεγγύης ανάμεσά τους. Αλλά και η παρηγοριά που δίνει η θρησκευτική πίστη (που εκφράζεται με τα τάματα, τις προσευχές και την τελετή του αγιασμού των υδάτων τα Θεοφάνεια) καλλιεργεί την ελπίδα πως η θεία επέμβαση θα δαμάσει τα κύματα. Οι παρακλήσεις των γυναικών στρέφονται και στην ίδια τη θάλασσα, που λειτουργεί σε δύο επίπεδα: είναι πηγή πλούτου, αλλά και πιθανή απειλή, που θέτει σε κίνδυνο τις ζωές των αγαπημένων τους. Βέβαια, η αγωνία και ο πόνος του αποχωρισμού εκφράζονται συγκρατημένα, δεν πρέπει να υπερβαίνουν το μέτρο. Αυτό διδάσκει ο μύθος της Φλανδρώς, που η μεγάλη θλίψη της θύμωσε τη θάλασσα, σήκωσε φουρτούνα και έπνιξε τον αγαπημένο της άντρα. Και ο μύθος με το αλληγορικό του νόημα επιστρατεύεται για να παρηγορήσει τις γυναίκες που αγναντεύουν τα καράβια κατά την αναχώρησή τους, αλλά και για να τονίσει το χρέος τους να αγαπούν, να θυμούνται και να περιμένουν υπομονετικά το γυρισμό των ανθρώπων τους. Ο Παπαδιαμάντης υπογραμμίζει τους διαφορετικούς κοινωνικούς ρόλους του άντρα και της γυναίκας στα πλαίσια της ναυτικής κοινωνίας, που βρίσκεται σε μια καθημερινή συνομιλία με τη θάλασσα, τις προκλήσεις και τους καημούς της.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;ΗΘΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Είναι τα ήθη και έθιμα των κατοίκων της Σκιάθου, οι ασχολίες τους, οι παραδόσεις, τα στοιχεία της θρησκευτικής ζωής, η ζωή των ναυτικών, η λειτουργία των Θεοφανείων, η μετάβαση των γυναικών στο ξωκλήσι της Παναγιάς της Κατευοδώτρας, το άναμμα των καντηλιών, οι μετάνοιες και οι προσευχές για τους αγαπημένους τους που φεύγουν (ναυτικοί), ο θεσμός της προίκας (η υποχρέωση των αδερφών να προικίσουν τις αδερφές τους), η σκληρή ζωή των ναυτικών και των οικογενειών τους, όπως φαίνεται κατά την αναχώρηση των ανδρών από το νησί, η παραμυθιακή διήγηση της Φλανδρώς (πίστη των απλών ανθρώπων σε μυθικές ιστορίες, προκειμένου να αιτιολογήσουν διάφορα φυσικά φαινόμενα).&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;ΑΦΗΓΗΜΑΤΙΚΟΙ ΤΡΟΠΟΙ - ΑΦΗΓΗΜΑΤΙΚΕΣ ΤΕΧΝΙΚΕΣ:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Περιγραφή, αφήγηση, ελεύθερος πλάγιος λόγος, ευθύς λόγος / διάλογος, εγκιβωτισμένη αφήγηση, τριτοπρόσωπη αφήγηση. Ο αφηγητής είναι ετεροδιηγητικός και η αφήγηση με μηδενική εστίαση (ο αφηγητής δε συμμετέχει στην ιστορία, είναι παντογνώστης).&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;ΓΛΩΣΣΑ:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Η γλώσσα του συγγραφέα είναι ιδιάζουσα: καθαρεύουσα στις περιγραφές και στην αφήγηση, δημοτική στους διαλόγους, ενώ φέρει διάσπαρτα στοιχεία του τοπικού ιδιώματος της Σκιάθου και της βυζαντινής παράδοσης των εκκλησιαστικών κειμένων. Οι περιγραφές του είναι εκτενείς, εξονυχιστικές, με πολλές μεταφορές, παρομοιώσεις, προσωποποιήσεις και, φυσικά, εικόνες. Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης είναι ο κυριότερος ίσως εκπρόσωπος του ηθογραφικού διηγήματος, που είχε ήδη εγκαινιάσει ο Γεώργιος Βιζυηνός. Στο έργο του απεικονίζει πιστά πραγματικούς χαρακτήρες, κυρίως του λαού της υπαίθρου, στα πλαίσια του ρεύματος του ρεαλισμού (πιστή απεικόνιση της πραγματικότητας) και του νατουραλισμού (επέκταση του ρεαλισμού, με έμφαση στην εξονυχιστική περιγραφή της φύσης και των ανθρώπων και στη σκοτεινή/επώδυνη πλευρά της ζωής).&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Βιογραφικό σημείωμα:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Α. Παπαδιαμάντης: Γιος φτωχού ιερέα, γεννήθηκε στη Σκιάθο, όπου έμαθε τα πρώτα γράμματα· έπειτα φοίτησε, με διακοπές, σε Γυμνάσια της Χαλκίδας, του Πειραιά και της Αθήνας. Γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή. Παράλληλα, μελετούσε μόνος του ξένες γλώσσες. &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Οι οικονομικές δυσκολίες τον ανάγκασαν να διακόψει τις σπουδές του και να στραφεί στον βιοπορισμό· εργάστηκε κυρίως ως μεταφραστής (από τα αγγλικά και γαλλικά) σε εφημερίδες. Έζησε με στερήσεις και πέθανε στη Σκιάθο. Ήταν άνθρωπος βαθύτατα θρησκευόμενος, ταπεινός και μοναχικός. &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Άρχισε το συγγραφικό έργο του με ιστορικά μυθιστορήματα, περιπετειώδη και ρομαντικά (Η μετανάστις, Οι Έμποροι των Εθνών, Η γυφτοπούλα), αλλά αργότερα &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;στράφηκε στο διήγημα, όπου και διέπρεψε&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους νεοέλληνες πεζογράφους και &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;ο κυριότερος εκπρόσωπος του ηθογραφικού διηγήματος&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;. &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Το έργο του το διακρίνει βαθιά θρησκευτική πίστη, προσήλωση στην παράδοση, συγκατάβαση στις αδυναμίες των ανθρώπων και συμπάθεια στις δυστυχίες τους, αλλά και ευαισθησία απέναντι στη φύση και στη ζωή. Χρησιμοποιεί μια&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; γλώσσα ιδιότυπη &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;(κατά βάσιν καθαρεύουσα στην αφήγηση και στην περιγραφή, δημοτική με συχνούς ιδιωματισμούς της Σκιάθου στα διαλογικά μέρη) βασικό και αναπόσπαστο στοιχείο της γοητείας που εξακολουθεί να ασκεί το έργο του.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Το έργο του: Οι ήρωές του είναι ψαράδες, αγρότες, ιερωμένοι, μετανάστες, πολυφαμελίτες, εργένηδες, αναξιοπαθούσες χήρες, όμορφες ορφανές, αλλά και κακάσχημες μάγισσες και διάφορες αγύρτισσες.Το υπόστρωμα συνήθως είναι θρησκευτικό. Το εξωτερικό περιβάλλον περιγράφεται με αληθινή λατρεία προς τη φύση. Υπάρχει όμως και μια οξύτατη ψυχολογική περιγραφή, μια εύστοχη διείσδυση στα βάθη του ψυχικού κόσμου των ηρώων του. Η μετανάστις, Οι έμποροι των εθνών, Η Γυφτοπούλα,Το χριστόψωμο, Η σταχομαζώχτρα, Η παιδική πασχαλιά, Η μαυρομαντηλού, Το Πάσχα ρωμέϊκο, το Θέρος-έρος, Ο φτωχός άγιος, Η νοσταλγός, Μια ψυχή, Ο Αμερικάνος, Στο Χριστό στο Κάστρο,ο Όλόγυρα στη λίμνη, Πατέρα στο σπίτι, Ο γείτονας με το λαγούτο, Ο καλούμπας, Για την περηφάνια, Η στρίγγλα μάννα, Ο έρωτας στα χιόνια, Τρελλή βραδιά, Τ' αγνάντεμα, Το όνειρο στο κύμα, Κοκκώνα θάλασσα, Μάννα και κόρη, Η αποσώστρα, Έρμη στα ξένα, Αλιβάνιστος, Η Φόνισσα...&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;[&lt;/strong&gt;&lt;strong&gt; ΠΗΓΕΣ:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Γ΄ Γυμνασίου, ΙΕΠ, "Διόφαντος"&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Εισαγωγή στην Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Α', Β', Γ' Γυμνασίου, ΙΕΠ, "Διόφαντος"&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;http://ebooks.edu.gr&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;https://blogs.sch.gr /&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;a href="http://users.sch.gr"&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;http://users.sch.gr&lt;/span&gt;&lt;/a&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; / &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;a href="https://el.m.wikipedia.org/"&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;https://el.m.wikipedia.org/&lt;/span&gt;&lt;/a&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; ]&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;</description><pubDate>Sat, 06 Sep 2025 17:57:10 +0300</pubDate><guid isPermaLink='false'>Sat, 06 Sep 2025 17:57:10 +0300673169</guid></item><item><title>Ελεύθεροι Πολιορκημένοι, Διονύσιος Σολωμός  </title><link>https://eclass.sch.gr/modules/announcements/index.php?an_id=673168&amp;course=3701046161</link><description>&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Ελεύθεροι Πολιορκημένοι, Διονύσιος Σολωμός&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Σχολιασμός:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Πρόκειται για μια μεγαλόπνοη ποιητική σύνθεση του βασικότερου εκπροσώπου της Επτανησιακής Σχολής. Ο Σολωμός έκανε τρεις απόπειρες να γράψει και να ολοκληρώσει τους "Ελεύθερους Πολιορκημένους", τις οποίες μαρτυρούν τα τρία σχεδιάσματα που μας έχει κληροδοτήσει. Στο σχολικό εγχειρίδιο υπάρχουν δύο αποσπάσματα, εκ των οποίων το πρώτο προβάλλει ως κεντρικό θέμα του την τραγική κατάσταση των Μεσολογγιτών, που υποφέρουν από την πείνα και την έλλειψη πολεμοφοδίων. Στο δεύτερο απόσπασμα ο ποιητής υμνεί τη χαρά της φύσης την άνοιξη, ενώ οι άνθρωποι απουσιάζουν, εκτός ίσως από τον τελευταίο στίχο.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Α' ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Μέσα από εικόνες και σχήματα λόγου σκιαγραφείται η απελπιστική κατάσταση στο Μεσολόγγι πριν από την πτώση του.&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; Ο χαρακτήρας του αποσπάσματος είναι&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; επικός &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;και μεταφέρει &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;τα παθήματα των ανθρώπων τις τελευταίες μέρες της πολιορκίας ως την ηρωική έξοδο&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; (την παραμονή της Κυριακής Βαΐων του 1826). Στο πρώτο δίστιχο κυριαρχούν οι &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;οπτικές/ακουστικές εικόνες και η υπερβολή &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;με τη νεκρική σιγή στον κάμπο, καθώς και μια &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;αντίθεση &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;ανάμεσα στο πουλί που λαλεί και βρίσκει φαγητό και στη γυναίκα-μάνα που το ζηλεύει, διότι δεν μπορεί να θρέψει τα παιδιά της. Κατόπιν, τα μαύρα μάτια από την πείνα (&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;μεταφορά&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;), η επανάληψη του "μ" στον τρίτο στίχο (&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;σχήμα παρήχησης&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;), η εικόνα του Σουλιώτη που απολύτως αδύναμος κλαίει και μιλά στο &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;προσωποποιημένο &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;του ντουφέκι, ο ευθύς λόγος και η έμφαση που δίνεται με την&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; ευθεία ερώτηση&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;, η αντίθεση ανάμεσα στον Σουλιώτη και τον Αγαρηνό (δηλαδή τον εχθρό, &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;σχήμα συνεκδοχής&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;: Αγαρηνός αντί Αγαρηνοί) &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;απεικονίζουν γλαφυρότατα την εξαθλίωση των αγωνιστών και προοικονομούν το ηρωικό τους τέλος.&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; Η μάνα (γυναίκα) υπομονετικά αργοπεθαίνει και γίνεται &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;σύμβολο της ηρωικής αντίσταση&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;ς στη διάρκεια της πολιορκίας. Αποκτά και πάλι την ιδανική της μορφή ως αυτή που προσφέρει τη ζωή και καρτερικά υπομένει το θάνατο. Ο Σουλιώτης δεν είναι μόνο σωματικά εξαντλημένος, αλλά και ηθικά πληγωμένος, έχει προσβληθεί η φιλοτιμία του.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Β' ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Ο χαρακτήρας είναι &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;λυρικός&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;. Κυριαρχούν &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;τα στοιχεία της φύσης, η οποία βρίσκεται στην πιο όμορφη στιγμή της&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;. Εικόνες και σχήματα λόγου και πάλι μέσα από έναν έντονο λυρισμό και με &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;ακρίβεια περιγραφική υπογραμμίζουν τη δύναμη των υπερασπιστών της πόλης, αφού αυτοί υπερνικούν όλες τις ανθρώπινες αδυναμίες, περιφρονούν τις χαρές της ζωής και θυσιάζονται διατηρώντας την αξιοπρέπειά τους και την εσωτερική τους ελευθερία. &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Ο Απρίλης με τον Έρωτα &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;προσωποποιούνται&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;, η &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;αντίθεση &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;ανάμεσα στα άνθη, στους καρπούς και στα άρματα (όπλα) και η χρήση του "σε" (&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;β' ενικό πρόσωπο&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;) προβάλλει με αμεσότητα τη &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;σύγκρουση της ομορφιάς της ζωής και της επικείμενης καταστροφή&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;ς, το&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; σχήμα υπαλλαγής &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;στον τρίτο στίχο ("λευκό βουνάκι πρόβατα" αντί για "βουνάκι λευκών προβάτων") που δίνει έμφαση στο λευκό της χαράς και στη ζωή που ακμάζει, &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;οι οπτικές και ηχητικές εικόνες&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; των λευκών προβάτων που βελάζουν, της θάλασσας όπου καθρεφτίζεται το λευκό βουνάκι, τα στοιχεία της φύσης που κυριαρχούν (βουνό, θάλασσα, λίμνη, ουρανός, γη, έμβια όντα), οι οσφρητικές εικόνες (η ευωδιά του άγριου κρίνου), η γλυκιά ώρα (μεταφορά) για το σκουληκάκι, όλα τα παραπάνω &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;σμιλεύουν ανάγλυφη την εικόνα της ζωής στην ύψιστη στιγμή &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;της · γι'αυτό και ο ποιητής ομολογεί "Μάγεμα η φύσις κι όνειρο", αφού ως και η μαύρη πέτρα φαίνεται "ολόχρυση και το ξερό χορτάρι" από τις ακτίνες του λαμπερού ήλιου (αντίθεση και μεταφορά). Στον προτελευταίο στίχο &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;η επανάληψη &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;"με χίλιες" (&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;συγχρόνως και υπερβολή&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;) &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;δίνει έμφαση σ'αυτό που θα συμβεί και μας προετοιμάζει για το θάνατο των κατοίκων του Μεσολογγίου&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;. Έτσι, μετά την άνω και κάτω τελεία ακολουθούν (&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;σε ευθύ λόγο&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;) τα λόγια "Όποιος πεθάνει σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει". &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Ο στίχος αυτός ομολογεί την αναμονή του άμεσου θανάτου των Μεσολογγιτών&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; και μάλιστα δίνει έμφαση στο ηρωικό τους τέλος, στη μοναδική θυσία τους, εφόσον τη στιγμή της αναγέννησης της φύσης και του ύμνου της ζωής επιλέγουν συνειδητά την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και τον λυτρωτικό θάνατο. &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Η φωνή που εκφέρει τον τελευταίο στίχο ίσως είναι του ποιητή, ίσως ενός αγωνιστή, της φύσης, της Μεσολογγίτισσας μάνας, μπορεί όμως να έχει και θεϊκή προέλευση. Σε κάθε περίπτωση προβάλλει την αιώνια θυσία των ανθρώπων.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Η κεντρική ιδέα του ποιήματος&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;: &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Η νίκη της ηθικής ελευθερίας εναντίον της υλικής βίας. Ο ποιητής επιθυμεί να δείξει όλα τα περιθώρια της δύναμης της ανθρώπινης ψυχής. Παράλληλα, η πατρίδα εξιδανικεύεται τόσο, που γίνεται και εθνική (Ελλάδα) και πανανρθώπινη (παγκόσμια).&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Πρόκειται για παραδοσιακή ποίηση:&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Ο στίχος είναι πολύ φροντισμένος, ιαμβικός 15σύλλαβος (όπως "Του γιοφυριού της Άρτας"), υπάρχει αυστηρή ενότητα και σαφήνεια στα νοήματα και ζευγαρωτή ομοιοκαταληξία (ααββ), ενώ ο κάθε στίχος έχει ολοκληρωμένο νόημα και ίσο αριθμό συλλαβών (αρχή της ισομετρίας). &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Η γλώσσα:&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; Δημοτική, με διάσπαρτες ιδιωματικές λέξεις (π.χ. ασπούδα), με πλούσιο λεξιλόγιο και με εκπληκτική εκφραστική δύναμη.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Τα θέματα:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; Ο Σολωμός στην ποίησή του, όπως και η Επτανησιακή Σχολή, προβάλλει τη λατρεία της φύσης, της πατρίδας, της θρησκείας, του έρωτα (στην πιο αγνή μορφή του) και της γυναίκας. &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Στον τίτλο υπάρχει οξύμωρο σχήμα: ελεύθεροι στην ψυχή, σωματικά πολιορκημένοι.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Βιογραφικό σημείωμα:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Γεννήθηκε στη Ζάκυνθο, γιος του κόντε Νικολάου Σολωμού και της υπηρέτριάς του Αγγελικής Νίκλη. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο της Παβίας, χωρίς να πάρει πτυχίο. Το 1818 γύρισε στη Ζάκυνθο, όπου συνέγραψε ποιήματα στα ιταλικά. Τον Μάη του 1823 έγραψε τον &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Ύμνο εις την Ελευθερίαν&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;, που δημοσιεύτηκε αμέσως και μεταφράστηκε στις κυριότερες ευρωπαϊκές γλώσσες. Το 1828 έφυγε για την Κέρκυρα. Έργα του: Καταστροφή των Ψαρών (1825), το 1826 τη Γυναίκα της Ζάκυθος (1826), &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Ελεύθεροι Πολιορκημένοι&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; (1828-1844), Κρητικός (1828),  Πόρφυρας (1849). Πέθανε το 1857 μετά από χρόνια ταλαιπωρία του από εγκεφαλικά επεισόδια. Ο Σολωμός δε θέλησε ποτέ να επισκεφθεί την ελεύθερη Ελλάδα, μελέτησε σε βάθος τη δημοτική ποίηση και χρησιμοποίησε την εικονοπλαστική της δύναμη στη δική του ποίηση. Στο έργο του θαυμάζουμε τον λυρισμό, την ακρίβεια των ποιητικών εικόνων, την εξύψωση της λαϊκής γλώσσας και ιδιαίτερα την έκφραση του λαϊκού αισθήματος. Σταθερός στόχος του ποιητή ήταν να έχει η ποίησή του τις ρίζες της στην κοινωνία και τη γλώσσα, που εκείνη δημιούργησε.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;-- &lt;/strong&gt;&lt;strong&gt;Ερωτήσεις - Απαντήσεις&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;ol&gt;
&lt;li&gt;&lt;strong&gt; Να εντοπίσετε τα ρηματικά πρόσωπα στο 1ο απόσπασμα και να εξηγήσετε τη χρήση τους.&lt;/strong&gt;&lt;/li&gt;
&lt;/ol&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Το κυρίαρχο ρηματικό πρόσωπο στο Α΄ απόσπασμα είναι το γ΄ενικό ("βασιλεύει, λαλεί, παίρνει, ζηλεύει, εμαύρισε, μνέει, στέκει, κλαίει"), το οποίο επιλέγεται προκειμένου να παρουσιαστεί η κατάσταση που επικρατεί στο Μεσολόγγι με αντικειμενικό τρόπο από τον παντογνώστη αφηγητή, να έχει ο ποιητικός λόγος καθολική ισχύ και πειστικότητα. Ο πομπός αποστασιοποιείται και διατυπώνει θέσεις με ευρύτερη ισχύ, αφού οι επισημάνσεις του φαίνονται αναμφισβήτητες και γενικώς αποδεκτές. Χάρη στο γ΄ πρόσωπο η αφήγηση αποκτά το χαρακτήρα μιας σχεδόν δημοσιογραφικής καταγραφής από έναν εξωτερικό παρατηρητή. Ακολούθως, ωστόσο, αξιοποιείται το β΄ ενικό πρόσωπο ("συ, έγινες"), καθώς ο Σουλιώτης απευθύνεται στο προσωποποιημένο του τουφέκι. Με τη χρήση αυτού του προσώπου επιτυγχάνεται η δραματοποίηση ενός στιγμιότυπου από τη ζωή των πολιορκημένων Ελλήνων, προσφέροντας ζωντάνια, παραστατικότητα, αμεσότητα στην αφήγηση, οικειότητα, ύφος συνομιλιακού λόγου (θεατρικότητα), αλλά και εντονότερη συναισθηματική φόρτιση. Επιπλέον, το α' ενικό ρηματικό πρόσωπο ("έχω, μου") στα λόγια του Σουλιώτη προσδίδει στον λόγο εξομολογητικό τόνο, αμεσότητα, ζωντάνια, ζωηρότητα, ενδιαφέρον, αφού η αφήγηση εμπεριέχει το στοιχείο της προσωπικής μαρτυρίας, προκαλεί συγκινησιακή φόρτιση στον δέκτη, εφόσον παρακολουθεί / βιώνει προσωπικές εμπειρίες του πομπού (βιωματικός χαρακτήρας) σε σχέση με την τραγική κατάσταση των αγωνιστών του Μεσολογγίου.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;ol start="2"&gt;
&lt;li&gt;&lt;strong&gt; Ποια θεωρείτε ότι είναι τα συναισθήματα της μάνας; Τι όρκο πιστεύετε ότι δίνει;&lt;/strong&gt;&lt;/li&gt;
&lt;/ol&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Την ώρα που ένα πουλάκι κελαηδάει, έχοντας βρει ένα σπυρί για να φάει, η μητέρα το κοιτάζει με ζήλεια, μιας κι εκείνη δεν έχει τίποτε για να τραφεί η ίδια και - το κυριότερο - για να θρέψει τα παιδιά της. Η μάνα όμως δε λυγίζει και δίνει όρκο στα μάτια της, στο φως της, πως θα αντέξει και την πείνα και την τραγική μοίρα που αναμένει την ίδια και τα παιδιά της. Παρά την οδύνη που βιώνει γνωρίζοντας πως δεν είναι σε θέση να προφυλάξει τους γόνους της από το πιθανό πρόωρο τέλος τους, είναι αποφασισμένη να μην επιτρέψει σ’ αυτή την προοπτική να την οδηγήσει σε μια ολέθρια για την ελευθερία και για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια λιποψυχία. Επομένως, ορκίζεται πως θα υπομείνει ακόμη και τον θάνατο των παιδιών της, προκειμένου να υπηρετήσει, όπως οφείλει, την πατρίδα, την αξιοπρέπεια, την ελευθερία και εν γένει τα υψηλά ιδανικά.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;ol start="3"&gt;
&lt;li&gt;&lt;strong&gt; Στο δεύτερο απόσπασμα να εντοπίσετε τρία διαφορετικά σχήματα λόγου και να εξηγήσετε με συντομία πώς υπηρετούν το νόημα του κειμένου.&lt;/strong&gt;&lt;/li&gt;
&lt;/ol&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;– «O Απρίλης με τον Έρωτα χορεύουν και γελούνε»: Προσωποποίηση: Το σχήμα προσωποποίηση δημιουργείται, όταν αποδίδουμε ανθρώπινες ιδιότητες σε έμψυχα, άψυχα ή αφηρημένες έννοιες. Πρόκειται για ποιητική λειτουργία του λόγου στα πλαίσια της αλληγορίας (συνυποδηλωτικός λόγος) και προσφέρει ό,τι και η μεταφορά και η παρομοίωση. Η προσωποποίηση χαρίζει ζωντάνια και κίνηση σε άψυχα αντικείμενα ή αφηρημένες έννοιες και κάνει το λόγο ζωντανό και πρωτότυπο. Ο ποιητής δίνει μ’ έναν πολύ παραστατικό τρόπο την ένταση με την οποία συντελείται η αναγέννηση του τοπίου, παρουσιάζοντας τον Απρίλη και τον Έρωτα να χορεύουν και να γελούν. Η υπέροχη αυτή εικόνα συνδυάζει την αναγέννηση της φύσης, που συνοδεύει τον ερχομό της άνοιξης, με τη ζωοποιό δύναμη του έρωτα. &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;– «η μαύρη πέτρα ολόχρυση»: Μεταφορά: Δίνει ζωντάνια, παραστατικότητα, χάρη στο λόγο, διεγείρει το ενδιαφέρον του αναγνώστη, προκαλεί το συναίσθημα και προσφέρει αισθητική απόλαυση. Πρόκειται για ποιητική χρήση του λόγου στα πλαίσια της αλληγορίας (συνυποδηλωτικός λόγος/συνυποδήλωση). Έτσι, δίνεται βαρύτητα στη μορφή του μηνύματος (πληροφορίας), το οποίο υπονοείται από την αλληγορία. Δεν υπάρχει τίποτε στη φύση αυτή την εποχή που να μην είναι όμορφο. Ακόμη κι μαύρη πέτρα, που μετρά αιώνες παρουσίας στη γη, λαμποκοπά κάτω απ’ το φως του ήλιου και μεταδίδει κάλλος. Στα μάτια των ετοιμοθάνατων Μεσολογγιτών όλα τα στοιχεία της φύσης, ακόμη κι αυτά που υπό άλλες συνθήκες μοιάζουν λιγότερο σπουδαία και θελκτικά, αποκτούν πλέον μια ξεχωριστή γοητεία.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;– «Με χίλιες βρύσες χύνεται, με χίλιες γλώσσες κρένει»: Υπερβολή και Επανάληψη: Το σχήμα υπερβολή δημιουργείται, όταν μια λέξη ή φράση ξεπερνά το πραγματικό και συνηθισμένο, για να προκαλέσει ισχυρή εντύπωση. Πρόκειται για λέξεις ή φράσεις με τις οποίες μεγεθύνεται ένα χαρακτηριστικό, μία ιδιότητα, μία ενέργεια, μία κατάσταση σε επίπεδα εξωπραγματικά. Στόχος της υπερβολής είναι να προβληθεί εντονότερα μια κατάσταση, να αποκτήσει έμφαση και ζωντάνια το κείμενο και να δημιουργηθούν ισχυρές εντυπώσεις. Η επανάληψη είναι το σχήμα λόγου στο οποίο μία έννοια εμφανίζεται δύο (ή περισσότερες) φορές είτε αυτούσια είτε λίγο διαφοροποιημένη. Με την επανάληψη λέξης, φράσης ή στίχου δίνεται έμφαση, τονίζεται η βεβαιότητα και η σπουδαιότητα του ανάλογου θέματος και ενισχύεται η συνοχή του κειμένου. Συχνά προσδίδει και μουσικότητα, λειτουργώντας ως ρεφραίν (επωδός). Έτσι, το μήνυμα της φύσης για την αδιαπραγμάτευτη και αξεπέραστη ομορφιά της ζωής, μεταδίδεται μπροστά στα έκθαμβα μάτια των Μεσολογγιτών με χιλιάδες τρόπους, αφού και το παραμικρό στοιχείο της λειτουργεί ως ένα ακόμη κάλεσμα να αναθεωρήσουν την απόφασή τους και να απολαύσουν τη γοητεία της. Με τα σχήματα λόγου προσδίδεται στους στίχους ζωντάνια,  παραστατικότητα, αμεσότητα, προσεγγίζεται συναισθηματικά ο αναγνώστης και διεγείρεται το ενδιαφέρον του.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;ol start="4"&gt;
&lt;li&gt;&lt;strong&gt; «Όποιος πεθάνει σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει»: Πώς αντιλαμβάνεστε το περιεχόμενο του στίχου αυτού; Γιατί ο θάνατος καθίσταται τόσο οδυνηρός ειδικά «σήμερα»;&lt;/strong&gt;&lt;/li&gt;
&lt;/ol&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; Με κάθε πιθανή της έκφανση –με χίλιες βρύσες χύνεται, με χίλιες γλώσσες κρένει-, με κάθε δυνατό τρόπο η φύση μεταδίδει στους ανθρώπους το μήνυμα πως όποιος πεθάνει σήμερα είναι σα να πεθαίνει χίλιες φορές. Το σχήμα υπερβολής ξεπερνά το πραγματικό και συνηθισμένο, για να προκαλέσει ισχυρή εντύπωση. Στόχος της είναι να προβληθεί εντονότερα ο επικείμενος θάνατος των Μεσολογγιτών, να αποκτήσει έμφαση και ζωντάνια το κείμενο και να δημιουργηθούν ισχυρές εντυπώσεις. Το μήνυμα της φύσης για την αδιαπραγμάτευτη και αξεπέραστη ομορφιά της ζωής, μεταδίδεται στους πολύπαθους Μεσολογγίτες με χιλιάδες τρόπους και αποτελεί ένα ακόμη κάλεσμα αποτροπής από την έξοδο και τη θυσία τους. Όποιος θυσιάσει τη ζωή του τη στιγμή που όλα είναι τόσο όμορφα, τώρα που επικρατεί μια εξαίσια αρμονία και χαρά, είναι σα να θυσιάζει όχι μία, αλλά χίλιες ζωές. Οι πολιορκημένοι έρχονται αντιμέτωποι με μια δοκιμασία ακόμη πιο δύσκολη από την πείνα και τον φόβο, καθώς η φύση ξεδιπλώνει μπροστά στα μάτια τους όλη την ομορφιά της και τους δείχνει πόσα θα χάσουν, πόση ευτυχία θα στερηθούν, αν προχωρήσουν στη θυσία που σχεδιάζουν. Έτσι, αυτή αποθεώνεται και περνά στη σφαίρα της αιωνιότητας. Ο στίχος αυτός ομολογεί την αναμονή του άμεσου θανάτου των Μεσολογγιτών και μάλιστα δίνει έμφαση στο ηρωικό τους τέλος, στη μοναδική θυσία τους, εφόσον τη στιγμή της αναγέννησης της φύσης και του ύμνου της ζωής επιλέγουν συνειδητά την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και τον λυτρωτικό θάνατο. Η φωνή που εκφέρει τον τελευταίο στίχο ίσως είναι του ποιητή, ίσως ενός αγωνιστή, της φύσης, της Μεσολογγίτισσας μάνας, μπορεί όμως να έχει και θεϊκή προέλευση. Σε κάθε περίπτωση προβάλλει την αιώνια θυσία των ανθρώπων.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;ol start="5"&gt;
&lt;li&gt;&lt;strong&gt; Ποιες σκέψεις σας προκαλεί η εμπειρία των πολιορκημένων Μεσολογγιτών; Πώς πιστεύετε ότι θα αντιδρούσατε στη θέση τους και γιατί; Να καταγράψετε τις σκέψεις σας σε ένα ενιαίο κείμενο 150 λέξεων.&lt;/strong&gt;&lt;/li&gt;
&lt;/ol&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Η εμπειρία αυτή των πολιορκημένων Μεσολογγιτών αποτελεί ένα έξοχο παράδειγμα της αποφασιστικότητας και της μεγαλειώδους ψυχικής αντοχής που αποκτούν οι άνθρωποι όταν αγωνίζονται για κάτι τόσο πολύτιμο, όπως είναι η ελευθερία τους. Μας παρουσιάζει, συνάμα, μια εφιαλτική εικόνα των όσων οδυνηρών αναγκάστηκαν να βιώσουν οι Έλληνες κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού τους αγώνα, αποκαλύπτοντας το μέγεθος της αυτοθυσίας τους, προκειμένου να διασφαλίσουν την πολυπόθητη ανεξαρτησία. Παράλληλα, καταδεικνύει τη δύναμη των υπερασπιστών της πόλης, αφού αυτοί υπερνικούν όλες τις ανθρώπινες αδυναμίες, περιφρονούν τις χαρές της ζωής και θυσιάζονται διατηρώντας την αξιοπρέπειά τους και την εσωτερική τους ελευθερία.  Δίνει έμφαση στο ηρωικό τους τέλος, στη μοναδικότητά τους, εφόσον τη στιγμή της αναγέννησης της φύσης και του ύμνου της ζωής επιλέγουν συνειδητά την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και τον λυτρωτικό θάνατο.  Πρόκειται για τη νίκη της ηθικής ελευθερίας εναντίον της υλικής βίας. Ο ποιητής επιθυμεί να δείξει όλα τα περιθώρια της δύναμης της ανθρώπινης ψυχής. Παράλληλα, η πατρίδα εξιδανικεύεται τόσο, που γίνεται και εθνική (Ελλάδα) και πανανρθώπινη (παγκόσμια).&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Αναμφισβήτητα, πολύ δύσκολα θα κατόρθωνε κάποιος να ανταποκριθεί με ανάλογη γενναιότητα σε μια αντίστοιχη εμπειρία. Η πλήρης απουσία τροφίμων, η ανασφάλεια, ο φόβος κι οι συνεχείς κακουχίες είναι πολύ πιθανό πως θα του προκαλούσαν συναισθήματα απόγνωσης και θα τον έφερναν σε αδιέξοδο, ώστε να εγκαταλείψει την προσπάθεια. Ωστόσο, η επίγνωση πως πλάι του θα βρίσκονταν άνθρωποι που θα έδειχναν καρτερικότητα απέναντι στις ίδιες ταλαιπωρίες ίσως αποτελούσε στήριγμα, για να φανεί αντάξιος της δικής τους δύναμης. Εκείνο, άλλωστε, που καθιστά τόσο ιδιαίτερη αυτή την εμπειρία είναι η συλλογικότητα του βιώματος, εφόσον δεν αφορά μεμονωμένα άτομα, αλλά το σύνολο των πολιτών του Μεσολογγίου. Υπ’ αυτή την έννοια, η σκέψη πως οποιοσδήποτε άνθρωπος θα όφειλε με το παράδειγμά του να τονώσει το ηθικό των συμπολιτών του, όπως και η ουσιαστικότερη σκέψη πως αυτός ο αγώνας αφορά όλες τις επόμενες γενιές των Ελλήνων, θα αποτελούσαν σημαντική πηγή κουράγιου και δύναμης.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;[&lt;/strong&gt;&lt;strong&gt;ΠΗΓΕΣ:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Γ΄ Γυμνασίου, ΙΕΠ, "Διόφαντος"&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Εισαγωγή στην Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Α', Β', Γ' Γυμνασίου, ΙΕΠ, "Διόφαντος"&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;a href="http://ebooks.edu.gr"&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;http://ebooks.edu.gr&lt;/span&gt;&lt;/a&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;https://www.greek-language.gr &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;https://blogspot.sch.gr/&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;http://users.sch.gr/ &lt;/span&gt;&lt;strong&gt;]&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;</description><pubDate>Sat, 06 Sep 2025 17:56:01 +0300</pubDate><guid isPermaLink='false'>Sat, 06 Sep 2025 17:56:01 +0300673168</guid></item><item><title>Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου, Αυτοβιογραφία</title><link>https://eclass.sch.gr/modules/announcements/index.php?an_id=673167&amp;course=3701046161</link><description>&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου, Αυτοβιογραφία&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑΣ&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;H Aυτοβιογραφία της Zακυνθινής λόγιας Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου (1801-1832), μια σημαντική ιστορική μαρτυρία και συγχρόνως το πρώτο αξιόλογο δείγμα γυναικείας γραφής στη νεοελληνική γραμματεία, πρωτοεκδόθηκε το 1881.&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; Το κείμενο της Μουτζάν αποκτά ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον σε ό, τι αφορά την απεικόνιση ορισμένων απόψεων της κοινωνικής οργάνωσης της εποχής που γράφτηκε, επειδή η συγγραφέας του βρίσκεται σε μια θέση προνομιακή, δεδομένου ότι από το ένα μέρος ανήκει στην καθεστηκυία (ανώτερη) τάξη, αλλά από το άλλο μέρος —λόγω του φύλου της— βρίσκεται στο περιθώριο αυτής της τάξης. &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Με τον τρόπο αυτόν, &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;το κείμενό της αποτελεί μια περιγραφή της κοινωνικής καταπίεσης των γυναικών που είναι πολύτιμη για την ιστορία αυτού του προβλήματος (που έχει παίξει καθοριστικό ρόλο στην πολιτισμική και πολιτική ιστορία του ανθρώπου) και  ανήκει στην ιστορία της ελληνικής φεμινιστικής σκέψης, εκπροσωπώντας μάλιστα μια φιλελεύθερη εκδοχή της.&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; Αυτός ο φιλελεύθερος φεμινισμός προήλθε από εκείνη τη σχολή της πολιτικής σκέψης που ονομάζουμε «φιλελευθερισμό», ο οποίος διατηρεί μιαν αντίληψη για την ανθρώπινη φύση που τοποθετεί τη μοναδικότητά μας (ως προσώπων) στη λογική ικανότητά μας.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;ΘΕΜΑΤΙΚΑ ΚΕΝΤΡΑ&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Αλληλεγγύη&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Εθνική απελευθέρωση&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Γυναικεία σκλαβιά, εγκλεισμός και ταπείνωση&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;ΚΕΝΤΡΙΚΟ ΘΕΜΑ&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Του πρώτου αποσπάσματος&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;: ο τρόπος με τον οποίο βίωσε η αφηγήτρια το χαρμόσυνο μήνυμα της έναρξης του απελευθερωτικού αγώνα των Ελλήνων.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Του δεύτερου αποσπάσματος:&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; ο αποκλεισμός των γυναικών του 19ου αιώνα από κάθε δημιουργική δραστηριότητα και κάθε μορφή δημιουργικής ζωής.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Η ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΑΦΗΓΗΤΡΙΑΣ ΣΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Η αντίδραση της αφηγήτριας δίνεται από διπλή οπτική γωνία:&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;α) Ως  Ελληνίδα, συγκινείται, ενθουσιάζεται και λαχταρά να προσφέρει έμπρακτα την υποστήριξή της στον αγώνα των συμπατριωτών της για την πατρίδα, τη θρησκεία  και την ελευθερία&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;β) Ως γυναίκα, συνειδητοποιεί συνειρμικά  την αδιέξοδη προσωπική της σκλαβιά (δεν είχε ελπίδα να απελευθερωθεί από τα δικά της δεσμά).&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Η ΚΑΤΑΠΙΕΣΜΕΝΗ ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Δεν έχει δικαίωμα να επιλέξει τον άνδρα που θα παντρευτεί.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Οι άνδρες της εποχής συνήθως θέλουν τη γυναίκα υποταγμένη και τη θεωρούν κακή αν αυτή δε φέρεται σαν σκλάβα.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Οι άνδρες του σπιτιού αποφασίζουν για τη ζωή της (της απαγορεύουν να αποσυρθεί σε μοναστήρι ή στην εξοχική αγροικία).&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Αν αρνηθεί τον άνδρα που της επιβάλλουν, μένει έγκλειστη για πάντα στο σπίτι.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Ο περιορισμός στο σπίτι σημαίνει αποκλεισμό από κάθε δημόσια εκδήλωση και την παραμικρή μορφή ψυχαγωγίας, χωρίς ελπίδα να αλλάξει η κατάσταση.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Έγκλειστη στο σπίτι, βιώνει έναν ακόμη αποκλεισμό: οι άνδρες της οικογένειας δεν καταδέχονται να συζητούν μαζί της, πράγμα πολύ ταπεινωτικό.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΚΑΙ  ΣΚΛΑΒΙΑ&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Σε επίπεδο εθνικό:&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Οι Έλληνες σκλαβωμένοι στους Τούρκους βιώνουν την καταπίεση του κατακτητή και την καταπάτηση των  βασικών ανθρώπινων δικαιωμάτων (ελευθερίας, ασφάλειας, ζωής κλπ). Γι’ αυτό επαναστατούν και διεκδικούν την ανεξαρτησία τους  και τα δικαιώματα που τους ανήκουν.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Σε επίπεδο κοινωνικό και προσωπικό:&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Η αφηγήτρια βιώνει την προσωπική σκλαβιά ως γυναίκα με μια ζωή αποκλεισμένη και χωρίς ελπίδα να βγει από το αδιέξοδο.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Η ΠΑΡΟΜΟΙΩΣΗ ΤΩΝ ΣΥΓΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ΜΕ ΠΑΙΔΙΑ&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Η αφηγήτρια είναι μια προικισμένη νέα γυναίκα που διοχετεύει την ενέργειά της  στη συγγραφή. Τα συγγράμματά της είναι «γεννήματα της αγχίνοιας», δηλαδή δημιουργήματα του πνεύματος και τα θεωρεί παιδιά της. Η προοπτική του θανάτου της την κάνει  να σκέπτεται την κακή τύχη που θα έχουν αυτά τα πνευματικά της παιδιά και να νοιάζεται γι αυτά, όπως μια μητέρα νοιάζεται για τα φυσικά της παιδιά. Προσωποποιεί τα συγγράμματά της και απευθύνεται σε αυτά, εκφράζοντας τα συναισθήματά της σαν να είναι ζωντανά πλάσματα. Φαντάζεται να χρησιμοποιούν τις σχισμένες σελίδες στα  μαγειρεία και υποφέρει, καθώς στη σκέψη της έχουν πάρει μορφή διαμελισμένων μικρών παιδιών. Το μόνο που θα την ανακούφιζε θα ήταν πριν πεθάνει να τα παραδώσει σε κάποιον σπουδαίο άνθρωπο που να ξέρει την αξία τους.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Η παρομοίωση αυτή ανατρέπει την αντίληψη ότι μια γυναίκα ολοκληρώνεται μόνο με τη μητρότητα, αφού η παραγωγή πνευματικού έργου καταξιώνει τη γυναίκα ως δημιουργό. Αυτό είναι επαναστατικό για την εποχή όπου η γυναίκα περιοριζόταν στον στερεότυπο ρόλο της (γέννηση παιδιών) κα δε θεωρούνταν ικανή για πνευματική δημιουργία.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΜΟΥΣΩΝ&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Η επιστροφή της ελευθερίας στην Ελλάδα συνδέεται με την επιστροφή των Μουσών, δηλαδή των γραμμάτων και των τεχνών  σ’ αυτήν. Όσο οι Έλληνες ήταν σκλαβωμένοι υπήρχε στασιμότητα στον πολιτισμό, επειδή η τέχνη απαιτεί ελευθερία.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;ΑΦΗΓΗΤΗΣ&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Το κείμενο είναι αυτοβιογραφικό. Άρα ο αφηγητής είναι πρωτοπρόσωπος, συμμετέχει στα δρώμενα ως πρωταγωνιστής και αφηγείται σε α’ γραμματικό πρόσωπο.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;ΠΟΥ ΑΠΕΥΘΥΝΕΤΑΙ Η ΑΦΗΓΗΤΡΙΑ&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Απευθύνεται στο ευρύ κοινό για να το ευαισθητοποιήσει διαμαρτυρόμενη για την καταπίεση που υφίσταται η ίδια και όλες οι γυναίκες της εποχής. Κυρίως απευθύνεται στις γυναίκες, ώστε να συνειδητοποιήσουν την κατάσταση και τα δικαιώματά τους, ώστε να αφυπνιστούν και να αντιδράσουν.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;ΑΦΗΓΗΜΑΤΙΚΟΙ ΤΡΟΠΟΙ&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Αφήγηση, μονόλογος, σκέψεις&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;ΣΧΗΜΑΤΑ ΛΟΓΟΥ&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Μεταφορές&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; (είχον σείσει τον ζυγόν της σκλαβιάς κ.α.)&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Παρομοιώσεις&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; (τα συγγράμματα παρομοιάζονται με παιδιά, πράγμα που δίνει ζωντάνια, έμφαση και αμεσότητα στα συναισθήματα της αφηγήτριας)&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Προσωποποίηση&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; (Και σεις μαύρα μου συγγράμματα…)&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Υπερβολή&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; (άκουσα το αίμα μου να ζεσταίνει)&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;ΓΛΩΣΣΑ&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Η καθομιλουμένη καθαρεύουσα της εποχής.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;ΎΦΟΣ&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Άμεσο, απλό, ανεπιτήδευτο, αθώο, εξομολογητικό, έτσι ώστε να αγγίζει την ψυχή του αναγνώστη.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΤΗΣ ΕΛΙΣΑΒΕΤ ΜΟΥΤΖΑΝ – ΜΑΡΤΙΝΕΓΚΟΥ &lt;/strong&gt;&lt;strong&gt;(1801-1832)&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Η Ελισάβετ Μουτζάν γεννήθηκε στη Ζάκυνθο και ήταν κόρη του Φραγκίσκου Μουτζάν και της Αγγελικής το γένος Σιγούρου. Οι γονείς της κατάγονταν από αριστοκρατικές οικογένειες της Ζακύνθου και ο πατέρας της ασχολήθηκε με την πολιτική. Η Ελισάβετ μεγάλωσε σε αυστηρό, κλειστό περιβάλλον. Ασχολήθηκε, ωστόσο,  με τα γράμματα από νεαρή ηλικία. Γνώριζε την ιταλική και τη γαλλική γλώσσα και επηρεάστηκε από τους τρεις δασκάλους της,  που ήταν ορθόδοξοι κληρικοί. Το 1831, μετά από απόφαση της οικογένειάς της, παντρεύτηκε τον κατά είκοσι χρόνια μεγαλύτερό της Νικόλαο Μαρτινέγκο, με τον οποίο απέκτησε ένα γιο τον Ελισσαβέτιο, μετά τη γέννηση του οποίου, πέθανε από επιπλοκές στον τοκετό. Στο χώρο της λογοτεχνίας, η Μαρτινέγκου έγραψε έργα για το θέατρο και δύο πεζές μεταφράσεις, της Οδύσσειας του Ομήρου και του Προμηθέα δεσμώτη του Αισχύλου. Έγραψε επίσης οικονομικές και ποιητικές μελέτες, καθώς επίσης ποιήματα και θεατρικά έργα στα ιταλικά. Παρά τον μεγάλο όγκο του συγγραφικού της έργου, το μόνο που σώθηκε ακέραιο είναι η Αυτοβιογραφία της, την οποία εξέδωσε ο γιος της το 1881. Η Ελισάβετ υπήρξε ένα τραγικό πρόσωπο, καθώς έζησε την καταπιεσμένη ζωή των γυναικών της αστικής τάξης του τόπου, κλεισμένη μέσα στο σπίτι κάτω από την αυστηρότητα των ανδρών της οικογένειας και αποκομμένη από τον κόσμο, όπως απαιτούσαν τα ήθη της ανδροκρατούμενης εποχής.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;[&lt;/strong&gt; &lt;strong&gt;ΠΗΓΕΣ:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Γ΄  Γυμνασίου (&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;ΟΕΔΒ&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;)&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; /&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Γ΄  Γυμνασίου (&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;) /&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Γ΄  Γυμνασίου (&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;ΕΛΛΗΝΟΕΚΔΟΤΙΚΗ&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;) /&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;a href="http://ebooks.edu.gr"&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;http://ebooks.edu.gr&lt;/span&gt;&lt;/a&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;  / &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;a href="http://www.pi-schools.gr/books/gymnasio/keimena_c/kath/page9-62.pdf"&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;http://www.pi-schools.gr/books/gymnasio/keimena_c/kath/page9-62.pdf&lt;/span&gt;&lt;/a&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; /&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;a href="http://www.ekebi.gr/frontoffice/portal.asp?cpage=NODE&amp;amp;cnode=461&amp;amp;t=608"&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;http://www.ekebi.gr/frontoffice/portal.asp?cpage=NODE&amp;amp;cnode=461&amp;amp;t=608&lt;/span&gt;&lt;/a&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; /&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;a href="http://ebooks.edu.gr/modules/ebook/show.php/DSGYM-C113/351/2369,9046/index04_02.html"&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;http://ebooks.edu.gr/modules/ebook/show.php/DSGYM-C113/351/2369,9046/index04_02.html&lt;/span&gt;&lt;/a&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; /&lt;/span&gt;&lt;strong&gt; ]&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;</description><pubDate>Sat, 06 Sep 2025 17:54:59 +0300</pubDate><guid isPermaLink='false'>Sat, 06 Sep 2025 17:54:59 +0300673167</guid></item><item><title>Θούριος, Ρήγας Φεραίος ή Βελεστινλής</title><link>https://eclass.sch.gr/modules/announcements/index.php?an_id=673166&amp;course=3701046161</link><description>&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Θούριος, Ρήγας Φεραίος ή Βελεστινλής&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Σχολιασμός:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Πρόκειται για έναν προεπαναστατικό πατριωτικό ύμνο.&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; Ο Ρήγας απευθύνει ένα &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;πολεμικό προσκλητήριο στους ομοεθνείς του υπόδουλους της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, αλλά και σε όλους όσους βρίσκονταν κάτω απ'το ζυγό της σκλαβιάς μιας αυταρχικής εξουσίας. &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Περιγράφει τις απάνθρωπες συνθήκες διαβίωσης των σκλαβωμένων και τους προτρέπει να αγωνιστούν, προτιμώντας έστω και μιας ώρας ελεύθερη ζωή. Αναφέρεται όχι μόνο στους Έλληνες συμπατριώτες του, αλλά και σε όλους όσους δοκίμαζαν το βάρος της σουλτανικής βίας και εξουσίας, ανεξαρτήτως έθνους ή κοινωνικής τάξης. &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Τους προσκαλεί να αγωνιστούν πιστά, για να αποτινάξουν την αδικία, αλλά και να πορευτούν στα πλαίσια μιας ελεύθερης στο μέλλον, ευνομούμενης πολιτείας, καθοδηγούμενοι από χαρισματικούς ηγέτες και νόμους&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; που θα εξασφαλίζουν την ισονομία, την ισοπολιτεία, τα ανθρώπινα δικαιώματα, την ελευθερία. &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Στα πλαίσια αυτού του αγώνα, ο Ρήγας δεσμεύει τους αγωνιστές με ιερό όρκο αφοσίωσης στην προσπάθεια αυτή για την εθνική απελευθέρωση και την πολιτική δικαιοσύνη. Το κείμενο έχει σαφώς επαναστατικό και πολιτικό χαρακτήρα και δικαιώνει το Ρήγα ως φορέα των φιλελεύθερων ιδεών και των εθνικών αιτημάτων, που προηγουμένως είχαν προωθήσει ο Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός και η Γαλλική Επανάσταση&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;. Άλλωστε, ο ίδιος ο δημιουργός υπήρξε ένας από τους κύριους εκπροσώπους του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, ενός πνευματικού και ιδεολογικού κινήματος που προετοίμασε την ελληνική επανάσταση. Μάλιστα, χαρακτηρίζεται ως &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;παιδαγωγός και εθνομάρτυρας&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;, ενώ μέσα από τους στίχους του "Θούριου" ξεπηδά το όραμά του για μια ελεύθερη και πολτικά δίκαιη Νέα Ελλάδα, καθώς και για την απελευθέρωση όλων των λαών που βίωναν τη βαρβαρότητα του ξένου ζυγού.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Δομή του ποιήματος:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;1η ενότητα: στ. 1-8: Η δύσκολη ζωή των κλεφτών εξαιτίας της σκλαβιάς (Τα δεινά της σκλαβιάς)&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;2η ενότητα: στ.9-20: Οι οδυνηρές επιπτώσεις της δουλείας&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;3η ενότητα: στ.21-30: Προτροπή σε αγώνα για την απελευθέρωση της πατρίδας&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;4η ενότητα: στ.31-40: Ο ιερός όρκος των Ελλήνων για την αποτίναξη του ξένου ζυγού&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Ο επαναστατικός χαρακτήρας του "Θούριου" δηλώνεται με τη χρήση εκφραστικών μέσων / γλωσσικών επιλογών του δημιουργού του:&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;-&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Ρητορικά ερωτήματα &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;("Ως πότε...συγγενείς;"), &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;-&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;εικόνες&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; (πρώτη στροφή), &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;-&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;παρομοιώσεις&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; ("σαν λιοντάρια"), &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;-&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;μεταφορές&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; ("πικρή σκλαβιά"), &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;-&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;αντιθέσεις&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; ("ελεύθερη ζωή...σκλαβιά και φυλακή!"), &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;-&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;προτροπές &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;με χρήση προτρεπτικής υποτακτικής και προστακτικής ("να βάλωμεν", "Ελάτε"), &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;-&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;παραδείγματα μαρτύρων&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; ("Ο Σούτζος...χωρίς καμιά αφορμή."), &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;-&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;χρήση πρώτου πληθυντικού προσώπου&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; ("μας", "να κατοικούμεν"), που προσφέρει αμεσότητα, οικειότητα, καθολικότητα, συλλογικότητα &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;-&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;β' ενικού και πληθυντικού προσώπου&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; ("σε", "ελάτε"), που διασφαλίζουν αμεσότητα, οικειότητα, προτρεπτικό τόνο και διαλογικό χαρακτήρα.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Θεματικά κέντρα:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;-Ελευθερία ή θάνατος&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;-Κοινός όρκος και αγώνας των Ελλήνων για την ελευθερία&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;- Συλλογική ευθύνη για την τύχη των Ελλήνων - της Ελλάδας&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Γλώσσα του ποιήματος:&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;  &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Δημοτική (φαναριώτικη) με ιδιωματισμούς (σε ψένουν, στες ράχες), άμεση και ζωντανή. &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Στιχουργική:&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Το μέτρο είναι ιαμβικό και ο στίχος δεκατρισύλλαβος οξύτονος, που χωρίζεται σε δύο ημιστίχια (επτασύλλαβο και εξασύλλαβο). Η ομοιοκαταληξία είναι ζευγαρωτή. &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Η γλώσσα:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; Σε συνδυασμό με το μέτρο και την ομοιοκαταληξία αποδίδουν τα δυνατά αισθήματα που είναι ο πατριωτικός ενθουσιασμός και η αγάπη για την ελευθερία.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Ύφος του ποιήματος&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;: &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; Άμεσο, ζωντανό, παραστατικό, φλογερό, πατριωτικό, επαναστατικό&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Θεματικές ενότητες αναλυτικά:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;1η ενότητα:&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; στίχοι 1-8: Οι δυσκολίες των κλεφτών εξαιτίας της σκλαβιάς&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; Ο Ρήγας ξεκινά τον ύμνο του με ένα ξέσπασμα αγανάκτησης για την άθλια ζωή στην οποία έχει οδηγήσει τους Έλληνες η σκλαβιά. Οι Έλληνες προσφωνούνται παλληκάρια για να αναδειχθεί το ψυχικό και πνευματικό μεγαλείο τους. Ήρθε η ώρα επιτέλους  να αποτινάξουν τον οθωμανικό ζυγό, που τους έχει εξαναγκάσει να ζουν μια ζωή μοναχική στις σπηλιές σαν τα θηρία, απομονωμένοι και αποκομμένοι από τον κοινωνικό περίγυρό τους. &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Ο Ρήγας χρησιμοποιεί το α' πληθυντικό πρόσωπο εντάσσοντας και τον εαυτό του σε αυτούς που πρέπει να αγωνιστούν, διατυπώνει ρητορικά ερωτήματα με τα οποία καλεί τους Έλληνες να επαναστατήσουν και στο τέλος διατυπώνει το γνωμικό με το στοιχείο της υπερβολής: "καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή παρά σαράντα χρόνια σκλαβιά και φυλακή".&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Σχήματα λόγου:  παρομοίωση (σα λιοντάρια), μεταφορά (πικρή σκλαβιά, χάνουμε αδέλφια), αντίθεση (σκλαβιά-φυλακή)&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;2η ενότητα&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;: στίχοι: 9-20: Οι οδυνηρές συνέπειες της δουλείας &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Χρησιμοποιεί το β' ενικό πρόσωπο, γιατί απευθύνεται σε όλους τους σκλαβωμένους σα να συνομιλεί μαζί τους και τους καλεί  να σκεφτούν τις συνέπειες της δουλείας: απώλεια ανθρώπινης ζωής, απόλυτη υποταγή στον σουλτάνο, θάνατος ακόμα και γι αυτούς που κατέχουν υψηλά αξιώματα, στασιμότητα και κανένα όφελος για τους Έλληνες.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Σχήματα λόγου: μεταφορά (σε ψένουν, το αίμα σου να πιει)&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;3η ενότητα&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;: στίχοι 21-30: Προτροπή σε αγώνα της πατρίδας για απελευθέρωση&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Ο Ρήγας καλεί τους Έλληνες με τη χρήση του β' ενικού και α' πληθυντικού προσώπου να ορκιστούν στον Σταυρό πως θα καταλύσουν την τουρκική τυραννία και θα εκλέξουν ικανούς και άξιους ηγέτες που θα χαρακτηρίζονται από πατριωτισμό και θα αναλάβουν την οργάνωση της πατρίδας με βάση τους νόμους. Η υπακοή στους νόμους είναι απαραίτητη, αφού η αναρχία αποτελεί ένα άλλο είδος σκλαβιάς, στην οποία οι άνθρωποι δεν μπορούν να υπερασπιστούν τα δικαιώματά τους.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Θρησκεία, πατρίδα και ελευθερία ταυτίζονται και θεωρούνται υπέρτατες αξίες.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Σχήματα λόγου: προσωποποίηση (οι  νόμοι, η πατρίδα), παρομοίωση (η αναρχία ομοιάζει τη σκλαβιά, σαν θηρία), μεταφορά (σκληρή σκλαβιά).&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;4η ενότητα:&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; στίχοι 31-40: Ο ιερός όρκος των Ελλήνων για την αποτίναξη του ξένου ζυγού&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Στον όρκο υπάρχουν οι εξής δεσμεύσεις: οι Έλληνες ποτέ δε θα δεχτούν τις απόψεις των τυράννων, δε θα εργαστούν για τα συμφέροντά τους, δε θα υποταχτούν σε αυτούς με τη θέλησή τους ούτε θα ξεγελαστούν από τις υποσχέσεις τους. Θα μείνουν πιστοί στην πατρίδα τους και στον αρχηγό που θα διευθύνει τον πόλεμο ενώ σκληρή θα είναι η τιμωρία για τους παραβάτες του όρκου.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Σχήματα λόγου&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;: παρομοίωση (σαν καπνός), υπερβολή (ν' αστράψει ο ουρανός)&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Βιογραφικό σημείωμα:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Ο Ρήγας Φεραίος, ο επονομαζόμενος Βελεστινλής, γεννήθηκε στο Βελεστίνο, τις αρχαίες Φερρές το 1757 από εύπορη οικογένεια. Ταξίδεψε στην Κωνσταντινούπολη, στην οικία του πρίγκιπα Αλέξανδρου Υψηλάντη, όπου διεύρυνε τις σπουδές του στη Γαλλική και τη Γερμανική γλώσσα. Όταν ο Υψηλάντης έφυγε για το Ιάσιο, προκειμένου να γίνει ηγεμόνας της Μολδαβίας, ο Ρήγας τον ακολούθησε. Κατέφυγε στη Βιέννη, την οποία έκανε έδρα της επαναστατικής δράσης του. Συνεργάτες του ήταν κυρίως Έλληνες έμποροι ή σπουδαστές, αλλά οι σημαντικότεροι από αυτούς ήταν οι αδελφοί Πούλιου, τυπογράφοι. Στο τυπογραφείο τους τύπωσε την επαναστατική του προκήρυξη σε χιλιάδες αντίτυπα, προκειμένου να μοιραστούν στους Έλληνες των υπόλοιπων φιλελεύθερων περιοχών των Βαλκανίων. Ο Ρήγας απέβλεπε στην απελευθέρωση και ενοποίηση όλων των Βαλκανικών λαών και φυσικά όλου του ελληνικού στοιχείου που ήταν διασκορπισμένο στην Ανατολή και τα ευρωπαϊκά κέντρα. Επηρεασμένος από τον ευρωπαϊκό Διαφωτισμό, πίστεψε βαθιά στην ανάγκη της επαφής των Ελλήνων με τις νέες ιδέες που σάρωναν την Ευρώπη και αυτό τον ώθησε στη συγγραφή ή μετάφραση βιβλίων σε δημώδη γλώσσα και τη σύνταξη της Χάρτας, ενός μνημειώδους για την εποχή του χάρτη. Συνελήφθη στην Τεργέστη το 1797. Κατόπιν οδηγήθηκε στη Βιέννη μαζί με τους συντρόφους του. Παραδόθηκαν στους Τούρκους του Βελιγραδίου και φυλακίστηκαν. Ύστερα από βασανιστήρια, το 1798, στραγγαλίστηκαν και τα σώματά τους ρίχτηκαν στον Δούναβη. Έργα του: Ηθικός Τρίποδας, Νέος Ανάχαρσις, κορυφαίο έργο του η Νέα Πολιτική Διοίκησις των κατοίκων της Ρούμελης, της Μικράς Ασίας, των Μεσογείων Νήσων και της Βλαχομπογδανίας, &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Θούριος&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;, μία επαναστατική προκήρυξη, τη διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου σύμφωνα με τα πρότυπα των Γάλλων Διαφωτιστών, το Σύνταγμα του Ρήγα, Σχολείο των ντελικάτων εραστών, Φυσικής Απάνθισμα (1790-1797).&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;[ &lt;/strong&gt;&lt;strong&gt;ΠΗΓΕΣ:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Γ΄ Γυμνασίου, ΙΕΠ, "Διόφαντος"&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Εισαγωγή στην Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Α', Β', Γ' Γυμνασίου, ΙΕΠ, "Διόφαντος"&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;a href="http://ebooks.edu.gr"&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;http://ebooks.edu.gr&lt;/span&gt;&lt;/a&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;a href="https://blogspot.sch.gr/"&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;https://blogspot.sch.gr/&lt;/span&gt;&lt;/a&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;a href="http://users.sch.gr/"&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;http://users.sch.gr/&lt;/span&gt;&lt;/a&gt;&lt;strong&gt; ]&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;</description><pubDate>Sat, 06 Sep 2025 17:53:43 +0300</pubDate><guid isPermaLink='false'>Sat, 06 Sep 2025 17:53:43 +0300673166</guid></item><item><title>Του γεφυριού της Άρτας, Δημοτικό τραγούδι, Παραλογή</title><link>https://eclass.sch.gr/modules/announcements/index.php?an_id=673165&amp;course=3701046161</link><description>&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Του γεφυριού της Άρτας, Δημοτικό τραγούδι, Παραλογή&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Σχολιασμός&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Κύριο θέμα:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Η θυσία της λυγερής, γυναίκας του πρωτομάστορα, για το στέριωμα και το στοίχειωμα (=θυσία ανθρώπου, για να θεμελιωθεί ένα οικοδόμημα) της γέφυρας που ο ίδιος έκτιζε.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Γενικότερο θέμα είναι η ανάγκη της θυσίας της ατομικής ευτυχίας για το κοινό όφελος.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Ενότητες (Ενδεικτικά):&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;1η: (στ.1-13) Το γκρέμισμα του γεφυριού και η λύση από τον φτερωτό αγγελιαφόρο.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;2η: (στ.14-32) Το κάλεσμα της λυγερής και το κατέβασμά της στα θεμέλια του γιοφυριού&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;3η: (στ.33-34) Η θυσία της γυναίκας του πρωτομάστορα&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;4η: (στ. 35-40) Η κατάρα της γυναίκας του πρωτομάστορα&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;5η: (στ. 41-46) Η αλλαγή της κατάρας σε ευχή&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Κεντρικό νόημα:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Για να είναι στέρεο ένα κτίσμα, θεωρούνταν απαραίτητο να θυσιαστεί ένα ζωντανό πλάσμα στα θεμέλιά του ( θρύλοι, δοξασίες).&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Γενικότερα, η παραλογή αυτή αντικατοπτρίζει την αντίληψη ότι, για να πραγματοποιηθεί ένα έργο, απαιτείται θυσία, μεγαλύτερη ή μικρότερη, ανάλογα με τη σημαντικότητα αυτού.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Επιμέρους θεματικά κέντρα:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;- Οι θυσίες που απαιτούνται για τα μεγάλα έργα.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;- Το συναίσθημα ευθύνης του πρωτομάστορα και το κόστος αυτού στην προσωπική του ζωή.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;- Η σημασία που δίνεται στην κατάρα, που φαίνεται να επηρεάζει τη ζωή των ανθρώπων.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;- Η δύναμη της αδερφικής αγάπης.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;- Η ιδέα του αναπόφευκτου πεπρωμένου (μοίρας, ριζικού).&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Τα πρόσωπα:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Ο πρωτομάστορας, η γυναίκα του, οι μάστοροι και μαθητάδες. Έμμεσα παρουσιάζονται οι δύο αδερφές της λυγερής, ο αδερφός της και οι διαβάτες.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Ο τόπος: Ποτάμι στην Άρτα, όπου χτίζεται το γεφύρι.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Ο χρόνος: Δεν ορίζεται. &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Ο ρόλος του πουλιού:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;α) Με την προσωποποίησή του μεταφέρει ως "από μηχανής θεός" την εντολή της μοίρας και δίνει τη λύση στο αδιέξοδο των απελπισμένων κτιστών.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;β) Ως αγγελιαφόρος συμβάλλει στην εξέλιξη της πλοκής: ειδοποιεί τη γυναίκα του πρωτομάστορα, μεταφέροντάς της το μήνυμά του.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;γ) Επιταχύνει την εξέλιξη της υπόθεσης παραποιώντας έξυπνα τα λόγια του πρωτομάστορα ("αργά" - "γοργά").&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Γενικά, είναι ο κινητήριος μοχλός για την προώθηση του μύθου και την ολοκλήρωσή του.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Μαγικά στοιχεία:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;α) Η γέφυρα γκρεμίζεται κατ'επανάληψη, αναίτια και μόνο τις βραδινές ώρες (τότε δρουν οι μαγικές δυνάμεις). Έτσι δημιουργείται η ανάγκη να παρουσιαστεί το πουλί, για να δώσει τη λύση.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;β) Τη λύση του προβλήματος δίνει ένα πουλί με ανθρώπινη λαλιά (μοτίβο). Η εμφάνιση του πουλιού προετοιμάζει το μήνυμα που θα στείλει ο πρωτομάστορας στη γυναίκα του.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;γ) Το ίδιο πουλί μεταφέρει το μήνυμα του πρωτομάστορα στη λυγερή. Αυτό  συντελεί στη φυσιολογική εξέλιξη της υπόθεσης, που είναι η άφιξη στη συνέχεια της γυναίκας του πρωτομάστορα.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Ο πρωτομάστορας:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Στην ψυχή του συντελείται μια δραματική σύγκρουση, που περνάει από ορισμένα στάδια. Υπάρχει πάλη ανάμεσα σε αυτό που θέλει και αυτό που πρέπει να κάνει. Αυτό προκαλεί ηθικά διλήμματα και απότομες εναλλαγές έντονων συναισθημάτων. Νιώθει μεγάλο πόνο με την ιδέα ότι πρέπει να θυσιάσει τη γυναίκα του και συγκρούεται μέσα του η αγάπη με το καθήκον, αφού είναι υποχρεωμένος να ολοκληρώσει το έργο του. Γνωρίζει ότι δεν έχει περιθώρια να αντισταθεί στη φωνή του πουλιού, που είναι η φωνή της μοίρας, και αποφασίζει άμεσα να στείλει το μήνυμα στη γυναίκα του να έρθει. Επειδή είναι συντετριμμένος, τη λυπάται ή ελπίζει σ'ένα θαύμα, της παραγγέλνει να μη βιαστεί, για να καθυστερήσει το μοιραίο. Δεν υποκύπτει στα παρακάλια της γυναίκας του, αλλά πρωτοστατεί στη θυσία της. Είναι τραγικό πρόσωπο.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Η λυγερή:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Εκτός από τον πρωτομάστορα, τραγικό πρόσωπο είναι και η γυναίκα του. Η χαρά, η αγάπη και το ενδιαφέρον για τον άντρα της την ώρα της άφιξής της στον τόπο του κτισίματος, που φαίνονται στον χαιρετισμό της, επισκιάζονται από την κακή διάθεση και τη θλίψη του άντρα της ("βαργωμισμένος"). Επίσης, την προθυμία της να κατεβεί ανυποψίαστη στο ποτάμι διαδέχεται η αγωνία, ο πανικός και η απόγνωση, όταν αντιλαμβάνεται την εξαπάτησή της. Αντιδρά παρακαλώντας με παράπονο, εκφράζοντας την πικρία της για το οικογενειακό της δράμα (για την τύχη των δύο αδελφών της, που θυσιάστηκαν αναλόγως). Όταν διαπιστώνει ότι η θυσία της είναι αναπότρεπτη, εκφράζει κατάρες με απελπισία και αγανάκτηση. Τότε της θέτουν το δίλημμα: αν επιμείνει στην κατάρα,, θα θέσει σε κίνδυνο τη ζωή του αδερφού της. Από την εσωτερική της σύγκρουση θα βγει νικήτρια η αδελφική αγάπη ("τι έχω αδερφό στην ξενιτιά, μη λάχει και περάσει"), ενώ η κατάρα θα μετατραπεί σε ευχή.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Το δαχτυλίδι ( η βέρα):&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; λειτουργεί ως δόλωμα και αποτελεί σύμβολο του ιερού συζυγικού δεσμού.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Η τραγική ειρωνεία:&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; Όλοι γνωρίζουν την τραγική μοίρα της λυγερής εκτός από την ίδια.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;ΑΡΓΑ - ΓΟΡΓΑ&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Η χρήση της λέξης «αργά» από τον πρωτομάστορα δείχνει την  κρυφή και μάταιη ελπίδα του για αποτροπή του κακού ή έστω  την αναβολή του, ώστε να κερδηθεί χρόνος. Ωστόσο, η παραποίησή της από το πουλί υποδηλώνει την αναπότρεπτη δύναμη της μοίρας.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Η γλώσσα:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Είναι απλή δημοτική με ιδιωματισμούς.Όπως σε όλα τα δημοτικά τραγούδια, κυριαρχούν τα ρήματα και τα ουσιαστικά, τα επίθετα είναι ελάχιστα, ενώ η σύνταξη είναι παρατακτική, με σύντομες προτάσεις. Αξιοσημείωτη είναι η χρήση του δραματικού ενεστώτα, που δίνει παραστατικότητα και ζωντάνια στην αφήγηση. Πιο συγκεκριμένα, ο δραματικός ενεστώτας στους στίχους 33-34 ("πιχάει", "παίρνει", "ρίχνει") υποδηλώνει την ταχύτητα του κτισίματος της λυγερής. Ο πρωτομάστορας ρίχνει μέγα λίθο πρωτοστατώντας στη θυσία της γυναίκας του. Ίσως όμως επισπεύδει τον θάνατό της, ώστε να συντομευθεί ο χρόνος του μαρτυρίου της, πράγμα που ανάγεται στην αγάπη του γι’ αυτήν.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Το ύφος:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Το ύφος είναι απλό, λιτό και πυκνό, χωρίς γλωσσικά στολίδια και πολλούς προσδιορισμούς. Γίνεται ζωηρό και δραματικό με τη χρήση των εικόνων, του δραματικού (ιστορικού) ενεστώτα και του διαλόγου. Επίσης, το κάνουν γοργό (γρήγορο) τα ασύνδετα σχήματα.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Αφηγηματικές τεχνικές:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;- Αφηγητής: Είναι τριτοπρόσωπος, παντογνώστης, εφόσον δε συμμετέχει στην ιστορία.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;- Η εστίαση είναι μηδενική και η οπτική γωνία είναι εξωτερική.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;- Ο χρόνος της ιστορίας: Ο αφηγητής παρουσιάζει τα γεγονότα της ιστορίας από την αρχή ως το τέλος, με τη σειρά με την οποία διαδραματίστηκαν (γραμμική αφήγηση).&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Αφηγηματικοί τρόποι:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;- Αφήγηση: παρουσιάζει την εξέλιξη των γεγονότων, αλλά είναι απρόσωπη και ίσως μονότονη και ψυχρή.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;- Διάλογος: κατέχει μεγάλο μέρος του τραγουδιού, είναι σύντομος και φυσικός, δίνει ζωντάνια και ζωηρότητα στον λόγο. Ο διάλογος παρουσιάζει με δραματικότητα/θεατρικότητα τις δράσεις, τα συναισθήματα και τις συγκρούσεις των προσώπων.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Στιχουργική:&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Ο στίχος είναι ιαμβικός δεκαπεντασύλλαβος, χωρίς ομοιοκαταληξία.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Εκφραστικά μέσα:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;– &lt;/span&gt;&lt;strong&gt;Εικόνες&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; ζωντανές, που αποδίδουν ζωηρά τις σκηνές , π.χ. "Να τηνε κι εξανάφανεν από την άσπρη στράτα".&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;–&lt;/span&gt;&lt;strong&gt; Σχήματα λόγου&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;:&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;- &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Υπερβολές&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;, π.χ. στον αριθμό των μαστόρων και των μαθητάδων.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;- &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Αντιθέσεις&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;: π.χ. "Ολημερίς το χτίζανε, το βράδυ γκρεμιζότσν".&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;- &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Σχήμα άρσης - θέσης:&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; π.χ. "δεν εκελάηδε σαν πουλί μηδέ σα χελιδόνι παρά εκελάηδε κι έλεγε ανθρωπινή λαλίτσα,".&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;- &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Μεταφορές&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;, π.χ. '"και του θανάτου πέφτει".&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;-&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; Προσωποποίηση &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;του πουλιού με την ανθρώπνη φωνή.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;- &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Ασύνδετο σχήμα&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;: π.χ. "αργά ντυθεί, αργά αλλαχτεί,...".&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;- &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Επαναλήψεις:&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; π.χ. "αργά", "γοργά", "εγώ να μπω, κι εγώ να βγω...".&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;- &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Παρήχηση:&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; π.χ. του "ρ" στους στίχους, π.χ. "αργά να πάει και να διαβεί της Άρτας το γιοφύρι."&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;- &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Πρωθύστερο:&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; π.χ. "αργά ντυθεί, αργά αλλαχτεί...".&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; - &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Ο νόμος των τριών&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;: εκφράζεται σε δύο στίχους, όπου στον ένα περιέχονται οι δύο έννοιες και στον τελευταίο, που είναι ο σπουδαιότερος, τα καλύτερα ή τα χειρότερα, κλιμακωτά, π.χ. "η μια 'χτισε το Δούναβη, κι η άλλη τον Αφράτη, κι εγώ η πλιο στενότερη της Άρτας το ποτάμι"./ Ο αριθμός τρία εν γένει, π.χ. "Τρεις αδερφάδες είμαστε κι οι τρεις κακογραμμένες".&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;- &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Το σχήμα του αδυνάτου:&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt; η τεχνική κατά την οποία ο δημιουργός αναφέρει καταστάσεις υπερβολικές, τραβηγμένες, που δεν γίνεται να συμβούν, προκειμένου να υπερτονίσει ότι συμβαίνει το αντίθετο ή κάτι διαφορετικό, π.χ. στα λόγια της κατάρας ("Αν πέφτουν...το γιοφύρι": Μια κατάρα δεν μπορεί να αναιρεθεί. Μπορούν όμως να αλλάξουν οι όροι της. Έτσι, η λυγερή τροποποιεί την κατάρα και την αφοπλίζει. Όταν τρέμουν τα ψηλά βουνά, να τρέμει το γεφύρι και, όταν πέφτουν τα πουλιά, να πέφτουν οι διαβάτες…).&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;- &lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Άστοχα (ή άσκοπα) ερωτήματα&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;: ερωτήματα που δεν πετυχαίνουν τη σωστή απάντηση (ενώ συνήθως στη συνέχεια αναιρούνται ένα-ένα και δίνεται η σωστή απάντηση). Προκαλούν επιβράδυνση και αγωνία, π.χ. "και ποιος να μπει και ποιος να βγει, το δαχτυλίδι να βρει;".&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;Παραλογές:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Οι παραλογές αποτελούν μια ιδιαίτερη κατηγορία δημοτικών τραγουδιών. Έχουν όλα τα γνωρίσματα της δημοτικής ποίησης, όμως φέρουν και ιδιαίτερα χαρακτηριστικά:&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;α) Είναι πολύστιχα ποιήματα με αφηγηματικό και επικολυρικό χαρακτήρα (έχουν δράση και εκφράζουν συναισθήματα).&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;β) Ως αφηγηματικά τραγούδια αναπτύσσουν ένα μύθο με σταδιακή εξέλιξη, κορύφωση και  λύση.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;γ) Αντλούν το περιεχόμενό τους από θρύλους και παραδόσεις, έχουν υπόθεση πραγματική ή  πλαστή.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;δ) Παρουσιάζουν έντονα παραμυθιακά στοιχεία.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;ε) Χαρακτηρίζονται από αφηγηματική πυκνότητα, γρήγορο ρυθμό, έντονη δραματικότητα και τραγικό τέλος/έκβαση.  &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Όλα αυτά τα στοιχεία και τα χαρακτηριστικά μπορεί κανείς εύκολα να τα διαπιστώσει και να τα επισημάνει στις δύο καλύτερες παραλογές: "Του Νεκρού αδελφού" και "Του γεφυριού της Άρτας".&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;strong&gt;[ &lt;/strong&gt;&lt;strong&gt;ΠΗΓΕΣ:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Γ΄ Γυμνασίου, ΙΕΠ, "Διόφαντος"&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;Εισαγωγή στην Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Α', Β', Γ' Γυμνασίου, ΙΕΠ, "Διόφαντος"&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;http://ebooks.edu.gr&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;https://blogspot.sch.gr/&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;span style="font-weight:400;"&gt;http://users.sch.gr/ &lt;/span&gt;&lt;strong&gt;]&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;</description><pubDate>Sat, 06 Sep 2025 17:52:31 +0300</pubDate><guid isPermaLink='false'>Sat, 06 Sep 2025 17:52:31 +0300673165</guid></item></channel></rss>