Ομοιόπτωτοι και Ετερόπτωτοι Προσδιορισμοί: Νεοελληνική γλώσσα Α’ Γυμνασίου

1)  Όταν η ονοματική φράση (ουσιαστικό) που προσδιορίζει μια άλλη βρίσκεται στην ίδια πτώση με αυτή, τότε ονομάζεται ομοιόπτωτος προσδιορισμός,

π.χ. «Είναι ο φίλος του, ο Αλέξης» (πτώση ονομ.)

2)  Όταν βρίσκεται σε διαφορετική πτώση ονομάζεται ετερόπτωτος προσδιορισμός

π.χ. «Είναι ο φίλος του αδερφού μου». (πτώση γεν.)

1) Οι ομοιόπτωτοι προσδιορισμοί χρησιμοποιούνται:

α. Για να ορίσουν ακριβέστερα το ουσιαστικό που προσδιορίζουν, προσθέτοντας ένα γενικό γνώρισμα σ’ αυτό.

ΠΑΡΑΘΕΣΗ: από το ειδικό στο γενικό.

π.χ. «Του μίλησα για την αγάπη, το ομορφότερο συναίσθημα».

β. Για να επεξηγήσουν ακριβέστερα το ουσιαστικό που προσδιορίζουν

ΕΠΕΞΗΓΗΣΗ: από το γενικό στο ειδικό.

π.χ. «Εγώ είμαι, ο Γιώργος».

 

2) Οι ετερόπτωτοι προσδιορισμοί είναι συνήθως σε πτώση γενική, η οποία μπορεί να δηλώνει:

α. Τον κτήτορα

π.χ. «Το καπέλο του πατέρα μου».

β. Τον δράστη μιας ενέργειας και λέγεται γενική υποκειμενική

π.χ. «Ακούγεται το σφύριγμα του ανέμου».

γ. Τον αποδέκτη μιας ενέργειας και λέγεται γενική αντικειμενική

π. χ. «Οι νέοι είναι συντελεστές προόδου».

δ. Τον τόπο

π.χ. «Το μέλι της Θάσου είναι εξαίσιο».

ε. Τον χρόνο

π.χ. «Τα επιτεύγματα του αιώνα μας είναι θεαματικά».

στ. Τις διαστάσεις ή μονάδες μέτρησεις

π.χ. «Έχτισε σπίτι με συνολική έκταση διακοσίων τετραγωνικών».

ζ. Την ιδιότητα

π.χ «Μας ακολουθούσαν πουλιά της θάλασσας».

η. Τον σκοπό ή την χρήση

π.χ. «Παράγγειλε τα παπούτσια του γάμου».

θ. Την αιτία

π.χ. «Τον αρρώστησε ο πόνος του χωρισμού».