Το Δάσος που Ξύπνησε με Μουσική
(Παραμύθι για να συνοδεύει την “Άνοιξη” του Βιβάλντι)
Μια φορά κι έναν καιρό, βαθιά μέσα σε ένα δάσος που κοιμόταν όλο τον χειμώνα, υπήρχε ένα μικρό λιβάδι.
Το χιόνι είχε αρχίσει να λιώνει.
Τα δέντρα τεντώνονταν σαν να ξυπνούσαν από μακρύ ύπνο.
Και τότε…
Τιτιτιν! Τιτιτιν!
Ακούστηκαν χαρούμενες μικρές φωνές.
Ήταν τα πουλιά!
Και ξέρετε ποιος τα μιμείται στη μουσική;
Τα βιολιά!
Τα πολλά μικρά βιολιά της ορχήστρας άρχισαν να κελαηδούν γρήγορα και φωτεινά, σαν σπουργίτια που πετούν από κλαδί σε κλαδί.
«Ξυπνήστε!» φώναξαν τα πουλιά.
«Ήρθε η Άνοιξη!»
Τα δέντρα άνοιξαν σιγά σιγά τα μάτια τους.
Τα λουλούδια ξεπρόβαλαν δειλά από το χώμα.
Και τότε…
Ένα απαλό αεράκι φύσηξε.
Φφφφφφ…
Το γρασίδι κυμάτισε σαν πράσινη θάλασσα.
Στη μουσική, το αεράκι αυτό το παίζουν πάλι τα βιολιά, που κινούνται γρήγορα και ελαφρά, σαν να χορεύουν στον αέρα.
Τα λουλούδια άρχισαν να κουνιούνται.
Η μαργαρίτα γύρισε προς την παπαρούνα και είπε:
— Άκου! Η άνοιξη παίζει μουσική!
Και πράγματι…
Όλο το δάσος είχε γίνει μια μεγάλη ορχήστρα.
Το τραγούδι των πουλιών
Πάνω στο πιο ψηλό δέντρο κάθονταν τρία μικρά πουλιά.
Το ένα τραγουδούσε:
Τι-τι-τι!
Το άλλο απαντούσε:
Τιριριρί!
Και το τρίτο έκανε:
Τσίου! Τσίου!
Στη μουσική, τα βιολιά μιλούν μεταξύ τους, σαν πουλιά που κάνουν κουβέντα.
— Καλημέρα άνοιξη!
— Καλημέρα ήλιε!
— Καλημέρα δάσος!
Όλο το λιβάδι άρχισε να γελά.
Το νερό που κυλά
Κάπου πιο πέρα, ένα μικρό ρυάκι άρχισε να τρέχει.
Το χιόνι είχε λιώσει και το νερό κυλούσε χαρούμενο.
Γλου-γλου-γλου-γλου…
Στη μουσική, τα βιολιά και τα βιόλες παίζουν γρήγορες νότες που μοιάζουν με νερό που κυλάει πάνω στις πέτρες.
Το ρυάκι τραγουδούσε:
— Τρέχω! Τρέχω! Η άνοιξη ήρθε!
Και τα ψαράκια μέσα στο νερό χόρευαν.
Η ξαφνική καταιγίδα
Αλλά… ξαφνικά…
Ο ουρανός σκοτείνιασε.
Ένα σύννεφο εμφανίστηκε.
Τα πουλιά σώπασαν.
Και τότε…
ΜΠΡΟΥΜ!
Ακούστηκε ένας δυνατός ήχος.
Ήταν βροντή!
Στη μουσική, τα όργανα παίζουν γρήγορα και δυνατά, σαν να τρέχει ο άνεμος και να έρχεται καταιγίδα.
Ο άνεμος φύσηξε.
Τα δέντρα λύγισαν.
Τα φύλλα άρχισαν να πετούν παντού.
Τα βιολιά παίζουν πολύ γρήγορα — σαν δυνατός αέρας.
Τα σύννεφα φώναξαν:
— Προσοχή! Έρχεται μπόρα!
Και τότε…
Πλααατς!
Η βροχή έπεσε στο λιβάδι.
Σταγόνες χτυπούσαν τα φύλλα.
Τιπ! Τιπ! Τιπ!
Και ξανά ο ήλιος
Αλλά η άνοιξη είναι παιχνιδιάρα.
Η καταιγίδα κράτησε λίγο.
Σιγά σιγά…
Τα σύννεφα άνοιξαν.
Ο ήλιος ξαναβγήκε.
Και τα πουλιά άρχισαν πάλι να τραγουδούν.
Τα βιολιά γελούν ξανά στη μουσική.
Το λιβάδι γέμισε φως.
Τα λουλούδια άνοιξαν τα πέταλά τους.
Το ρυάκι συνέχισε το τραγούδι του.
Ο μεγάλος χορός της άνοιξης
Το απόγευμα, όλα τα ζώα μαζεύτηκαν στο λιβάδι.
Τα κουνέλια.
Τα ελάφια.
Οι πεταλούδες.
Και άρχισε ένας μεγάλος ανοιξιάτικος χορός.
Τα βιολιά έπαιζαν γρήγορα.
Οι βιόλες κρατούσαν τον ρυθμό.
Το τσέλο έδινε βαθιές, ζεστές νότες, σαν τη γη που αναπνέει.
Η πεταλούδα γύρισε γύρω από ένα λουλούδι.
Το ελάφι έκανε ένα μικρό άλμα.
Τα πουλιά πετούσαν κύκλους στον ουρανό.
Και όλο το δάσος τραγουδούσε:
— Ήρθε η Άνοιξη!
— Ήρθε η χαρά!
— Ήρθε η μουσική!
Το μυστικό του λιβαδιού
Καθώς ο ήλιος έδυε, μια μικρή μαργαρίτα ψιθύρισε:
— Ποιος έγραψε αυτή τη μουσική;
Ο άνεμος χαμογέλασε.
— Ένας άνθρωπος που άκουγε τη φύση πολύ προσεκτικά.
Άκουγε τα πουλιά.
Τον άνεμο.
Το νερό.
Τη βροχή.
Και μετά τα έκανε μουσική.
Η μαργαρίτα σκέφτηκε λίγο και είπε:
— Δηλαδή… όταν ακούμε τη μουσική…
Ο άνεμος απάντησε:
— …ακούμε την ίδια τη φύση να μιλά.
Και από τότε, κάθε φορά που παίζει η Άνοιξη,
το λιβάδι ξυπνά ξανά.
Τα πουλιά τραγουδούν.
Το νερό κυλά.
Η καταιγίδα περνά.
Και στο τέλος…
όλος ο κόσμος χορεύει.
Γιατί η άνοιξη δεν είναι μόνο εποχή.
Είναι μουσική.