Στην άκρη της Θράκης, σε μια πόλη που την έλεγαν Ξάνθη,
γεννήθηκε κάποτε ένα παιδί που είχε ένα παράξενο χάρισμα:
άκουγε μουσική μέσα στον κόσμο.
Όχι μόνο στα τραγούδια, αλλά στο περπάτημα των ανθρώπων,
στο θρόισμα των φύλλων και στη σιωπή.
Το παιδί αυτό το έλεγαν Μάνο Χατζιδάκι.
Από πολύ μικρός, μόλις τεσσάρων χρονών, τα δάχτυλά του άγγιξαν το πιάνο.
Και το πιάνο του δεν έπαιζε απλώς νότες.
Έλεγε ιστορίες.
Ο Μάνος μεγάλωσε στην Αθήνα.
Σπούδασε μουσική, αλλά και φιλοσοφία —
γιατί ήθελε να καταλάβει τους ανθρώπους,
να τους ακούσει, να τους συμπονέσει
και ύστερα να τους τραγουδήσει.
Και τότε συνέβη κάτι μαγικό:
ένωσε δύο κόσμους που όλοι νόμιζαν ότι δεν συναντιούνται:
τη λόγια μουσική των μεγάλων αιθουσών
και τη λαϊκή μουσική των αυλών και των γειτονιών.
Κι από αυτή την ένωση γεννήθηκε ένα νέο χρώμα μουσικής,
που κανείς δεν είχε ξανακούσει.
Το 1960 ένα τραγούδι του,
«Τα Παιδιά του Πειραιά»,
έφτασε ως την άλλη άκρη της γης
και του χάρισε ένα μεγάλο βραβείο —
το περίφημο Όσκαρ,
που ακόμα και σήμερα λάμπει σαν χρυσό αστέρι.
Αλλά ο Μάνος δεν νοιάστηκε ποτέ για τα βραβεία.
Τον ενδιέφερε η ποιότητα, η αλήθεια,
η ομορφιά της μουσικής.
Γι’ αυτό ίδρυσε ορχήστρες,
άνοιξε δρόμους στο ραδιόφωνο,
έδωσε φωνή σε νέους καλλιτέχνες
και έμαθε στους ανθρώπους να ακούν
όχι με τα αυτιά…
αλλά με την ψυχή.
Στα έργα του, όπως
Το χαμόγελο της Τζοκόντα,
Η Αθανασία,
Η Σκοτεινή μητέρα,
οι νότες του έμοιαζαν με ζωγραφιές,
σκιά, φως, και μυστήριο.
Ζώντας μια εποχή στην Αμερική,
κι έπειτα ξαναγυρνώντας στην Ελλάδα,
ο Μάνος ταξίδεψε μέσα στον χρόνο και τον κόσμο.
Και ένα καλοκαίρι του Ιουνίου του 1994,
ο Μάνος ξεκίνησε το πιο μεγάλο του ταξίδι·
το ταξίδι προς τα άστρα.
Κι από τότε, κάθε φορά που ακούμε μια μελωδία που μας συγκινεί,
λέμε πως ίσως εκεί ψηλά,
κάποιο αστεράκι με πιάνο
μας χαμογελά.