1.
Ο Μάνος Χατζιδάκις γεννήθηκε στην Ξάνθη στις 23 Οκτωβρίου 1925. Από την ηλικία των τεσσάρων ετών άρχισε να μελετάει πιάνο, ενώ από το 1940-43 ανώτερα θεωρητικά, με τον Μενέλαο Παλλάντιο, σημαντική μορφή της Ελληνικής Εθνικής Μουσικής Σχολής. Παράλληλα, σπούδαζε φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ενώ γαλουχήθηκε από καλλιτέχνες και διανοούμενους της γενιάς του μεσοπολέμου (Σεφέρης, Γκάτσος, Σικελιανός). Από το 1945 συνεργαζόμενος κυρίως με το Εθνικό Θέατρο και το Θέατρο Τέχνης, έγραψε μουσική για πολλές αρχαίες τραγωδίες και κωμωδίες, καθώς και για έργα σύγχρονου ρεπερτορίου: "Ορέστεια" (1950), "Μήδεια" (1956), "Εκκλησιάζουσες" (1956), "Λυσιστράτη" (1957), "Κύκλωπας" (1959), "Όρνιθες" (1959), "Λεωφορείον ο Πόθος" (1948), "Ματωμένος Γάμος" (1948), "Το γλυκό πουλί της νιότης" (1960), "Το φυντανάκι" (1989) κ.α. Το 1948 γράφει, για μία μικρή λευκή αχιβάδα, έργο το οποίο ο ίδιος ξεχωρίζει, στο σύνολο της εργασίας του. Το 1949 με την περίφημη διάλεξη του για το ρεμπέτικο (1949), ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων στη συντηρητική αστική κοινωνία. Αναμόρφωσε όλο το ελληνικό τραγούδι, δρομολογώντας σε νέους μουσικούς ορίζοντες. Παράλληλα με το θέατρο από το 1946 ο Μάνος Χατζιδάκις, συνέθεσε μουσική για 80 ελληνικές και ξένες ταινίες: "Στέλλα" (1955), ο "Δράκος" (1956), "America-America" (1963). Τo 1960 του απονέμεται βραβείο για το τραγούδι, "Τα παιδιά του Πειραιά", της ταινίας: "Ποτέ την Κυριακή". Δύο χρόνια αργότερα, ανέβασε στην Αθήνα την "Οδό Ονείρων", παράσταση σταθμό για το ελληνικό μουσικό θέατρο, με πρωταγωνιστή τον Δημήτρη Χορν. Στο διάστημα 1966-72 έζησε στη Ν. Υόρκη , όπου έγραψε μερικά από τα σημαντικότερα έργα του: "Ρυθμολογία" (έργο για πιάνο), "Ο Μεγάλος Ερωτικός" (κύκλος τραγουδιών, βασισμένος σε ποιήματα αρχαίων και σύγχρονων), εκεί ξεκίνησε και την "Εποχή της Μελισσάνθης", μια μουσική ιστορία με αυτοβιογραφικά στοιχεία, που διαδραματίζεται λίγο μετά το τέλος του Β' Παγκοσμίου πολέμου. Ο Μάνος Χατζιδάκις, προσωπικότητα πολύπλευρη και πολυδιάστατη, εκτός από την σύνθεση είχε και άλλες καλλιτεχνικές δραστηριότητες. Ίδρυσε και διηύθυνε την Πειραματική Ορχήστρα Αθηνών (1964-67), το Πολύτροπο (καφεθέατρο 1972), Μουσικές Γιορτές στα Ανώγεια Κρήτης (1978, φεστιβάλ μουσικής), τους Μουσικούς αγώνες στην Κέρκυρα(1981) τον Σείριο (δισκογραφική εταιρεία, 1985) την Ορχήστρα των Χρωμάτων (ορχήστρα συμφωνικής μουσικής, 1989), τέλος διηύθυνε τον κρατικό ραδιοσταθμό (Τρίτο Πρόγραμμα, 1975-81), τον οποίο μετέτρεψε σε σημείο αναφοράς ποιότητας και ιδεών. Από την αρχή της παρουσίας του στον ελληνικό μουσικό χώρο, ήταν διαρκώς δισκογραφικά παρών με δίσκους που θεωρούνται πια κλασικοί: "Τo χαμόγελο της Τζοκόντα" (1964), "Αθανασία" (1975), "Σκοτεινή μητέρα" (1985) "Τα τραγούδια της Αμαρτίας" (1992) κ.α. Επίσης δημοσίευσε τέσσερα βιβλία με ποιήματα και σχόλια: "Μυθολογία", "Μυθολογία Δεύτερη" , "Τα σχόλια του Τρίτου", "Ο Καθρέπτης και το Μαχαίρι". Το απόγευμα της 15ης Ιουνίου του 1994, ο Μάνος Χατζιδάκις "άρχισε το ταξίδι του προς τα άστρα"....
2
Ο Μάνος γεννήθηκε στην Ξάνθη, την πόλη με τα χίλια χρώματα∙ χρώματα από καπνά, ποτάμια και μουσικές ανατολίτικες. Ήταν 23 Οκτωβρίου 1925. Δεν ήταν από τα παιδιά που μιλούν πολύ. Ήταν από εκείνα που προσέχουν. Που παρατηρούν. Που ακούν. Από τα τέσσερα του χρόνια καθόταν μπροστά στο πιάνο και έβαζε σε τάξη τους ήχους, σαν να τακτοποιούσε συρτάρια, αναζητώντας κάτι: την ομορφιά.
Όταν μεγάλωσε λίγο, μετακόμισε στην Αθήνα. Η Ελλάδα τότε ήταν φτωχή και κουρασμένη. Είχε περάσει πολέμους, διχασμούς, φόβους. Όμως η τέχνη συνέχιζε πεισματάρικα – σαν ένα κερί που δεν το έσβηνε ο αέρας. Ο Μάνος σπούδασε πιάνο και θεωρία με τον Μενέλαο Παλλάντιο, έναν από τους σημαντικότερους μουσικούς της εποχής εκείνης. Ταυτόχρονα σπούδαζε φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο. Γνώρισε ποιητές, καλλιτέχνες, διανοούμενους∙ τον Σεφέρη, τον Γκάτσο, τον Σικελιανό. Από εκείνους δεν έμαθε απλώς τι είναι η τέχνη, αλλά τι είναι σκέψη, τι είναι ιδέα, τι είναι στάση ζωής.
Μετά τον πόλεμο, η Ελλάδα γύρισε σιγά σιγά στο θέατρο. Μύριζε πάλι σανίδι. Ο Μάνος συνεργάστηκε με το Εθνικό Θέατρο και το Θέατρο Τέχνης∙ έγραψε μουσικές για τραγωδίες και κωμωδίες που κάποιοι έλεγαν ότι είναι «πολύ παλιές για να ενδιαφέρουν». Κι όμως: αυτός τις άκουσε αλλιώς. Άκουσε τις λέξεις, τις ανάσες των ηθοποιών, τους ρυθμούς της αρχαίας γλώσσας. Κι έγραψε μουσικές που δεν έμοιαζαν με τίποτα που είχε προηγηθεί.
Το 1949 έκανε κάτι απλό αλλά γενναίο: μίλησε δημόσια για το ρεμπέτικο. Για μια μουσική που οι περισσότεροι τότε περιφρονούσαν. Είπε ότι μέσα στα σκοτεινά κουτούκια και στους αργούς δρόμους του Πειραιά υπήρχε ποίηση. Υπήρχε πόνος, αλήθεια, ρυθμός. Η κοινωνία θύμωσε∙ και ίσως αυτό ήταν το πρώτο σημάδι ότι άνοιγε ένα καινούργιο κεφάλαιο. Γιατί όταν η τέχνη ενοχλεί, σημαίνει ότι κάτι κινεί.
Ο Μάνος έγραψε επίσης για το σινεμά. «Στέλλα», «Ο Δράκος», «America-America» και πολλά ακόμα. Με το τραγούδι «Τα παιδιά του Πειραιά» πήρε διεθνές βραβείο. Αυτό σήμαινε πως ένας τόπος μικρός μπορεί να ακουστεί δυνατά σε όλο τον κόσμο. Αρκεί να έχει κάτι αληθινό να πει. Κι ο Μάνος είχε.
Το 1962 δημιούργησε την «Οδό Ονείρων». Δεν ήταν απλά παράσταση. Ήταν μια πόρτα σε έναν άλλο τρόπο να ζεις την ελληνική μουσική. Τρυφερά και ειρωνικά μαζί∙ ιδιωτικά αλλά και θεατρικά. Πέρασε στην Νέα Υόρκη για έξι χρόνια. Εκεί έγραψε τον «Μεγάλο Ερωτικό»∙ έναν κύκλο τραγουδιών βασισμένο σε ποιήματα από την αρχαιότητα ως σήμερα. Ήταν σαν να ένωσε δύο εποχές που δεν μιλούσαν πια μεταξύ τους. Εκεί άρχισε και την «Εποχή της Μελισσάνθης», ένα έργο μισό μουσική και μισό αναμνήσεις.
Αλλά ο Μάνος δεν ήταν μόνο συνθέτης. Ήταν άνθρωπος που έφτιαχνε χώρους. Ίδρυσε ορχήστρες, φεστιβάλ, δισκογραφικές, διαγωνισμούς, ομάδες. Έστηνε πράγματα που δεν υπήρχαν∙ όχι για να φαίνονται, αλλά για να δημιουργούν.
Από το 1975 ως το 1981 διηύθυνε το Τρίτο Πρόγραμμα. Ήταν ένας ραδιοφωνικός σταθμός∙ έγινε όμως σημαντικότερος από αυτό: έγινε χώρος ιδεών. Εκεί μιλούσαν μουσικές που δεν συνηθίζονταν∙ εκεί άκουγες ποιήματα, συζητήσεις, κείμενα. Πού ακούγονται σήμερα τέτοια πράγματα; Ο κόσμος ακόμα θυμάται.
Στη διάρκεια της ζωής του έγραψε έργα που σήμερα θεωρούνται κλασικά: «Το χαμόγελο της Τζοκόντα», «Αθανασία», «Τα τραγούδια της Αμαρτίας». Έγραψε και κείμενα∙ ποιήματα, σχόλια, σκέψεις∙ σαν να φοβόταν μήπως κάτι μείνει ανείπωτο.
Ο Μάνος δεν είπε ποτέ «ποπ» ή «κλασικό» ή «ελαφρύ»∙ είπε απλώς «ωραίο» και «μη ωραίο». Ήθελε η μουσική να είναι έντιμη. Να έχει κάτι να πει. Να μη χαϊδεύει. Να μη λέει ψέματα.
Η ζωή του τελείωσε τον Ιούνιο του 1994. Ήρεμα, χωρίς θόρυβο. Αλλά η μουσική του έμεινε. Γιατί δεν μιλούσε μόνο για τον έρωτα, το θέατρο ή τον κινηματογράφο. Μιλούσε για έναν τρόπο να υπάρχουμε. Να ακούμε. Να βλέπουμε τον κόσμο λίγο πιο ευγενικά, λίγο πιο βαθιά, λίγο πιο ελεύθερα.
Και ίσως αυτός είναι ο λόγος που ακόμα σήμερα – σε σχολεία, σε αίθουσες, στο σπίτι, στην πόλη – ο Μάνος Χατζιδάκις δεν είναι «παλιός». Είναι απλώς παρών.