Το ποιητικό υποκείμενο διαπιστώνει με θλίψη την την οικολογική καταστροφή και την ερημοποίηση του ελληνικού τοπίου μετά την αστικοποίηση του. Με την επανάληψη των επιρρημάτων <<εκεί>> και <<τώρα>> αισθητοποιεί την αντίθεση ανάμεσα στο αλώβητο φυσικό περιβάλλον του παρελθόντος και στο εκβιομηχανισμένο τοπίο του παρόντος, όπου τα έμβια όντα πεθαίνουν από τη μόλυνση και οι χώροι πράσίνου συρρικνώνονται (<<Εκεί που φύτρωνε φλισκούνι και άγρια μέντα.....τώρα χωριάτες παζαρεύουν τα τσιμέντα....και τα πουλιά πέφτουν νεκρά στην υψικάμηνο>>).Με την εικόνα της δεύτερης στροφής(<<τώρα πετάνε τ΄αποτσίγαρα....παν να δουν διυλιστήριο>>) το ποιητικό υποκείμενο ειρωνεύεται και καταγγέλει την εμπορευματοποίηση του ελληνικού τοπίου, που έχει γίνει βορά σε απαίδευτους τουρίστες, οι οποίοι βεβηλώνουν το χώρο. Τέλος με την προτρεπτική προστακτική <<Κοιμήσου>>, παροτρύνει την Περσεφόνη να παραμείνει στα έγκατα της γης, αφού η επίγεια φύση έχει πληγεί ανεπανόρθωτα, εκφράζοντας την βαθιά απογοήτευσή του για για την ανεξέλεγκτη παρέμβαση του ανθρώπου στο περιβάλλον.
Αν και έχουν παρέλθει δεκαετίες από τη συγγραφή του ποιήματος το μήνυμά του παραμένει πάντα επίκαιρο. Πράγματι η χωρίς μέτρο ανάπτυξη έχει προκαλέσει βαθιές πληγές στο φυσικό περιβάλλον, που σήμερα πλέον αποδεικνύονται και από την συντελούμενη κλιματική αλλαγή. Ο άνθρωπος στο βωμό του κέρδους δεν σεβάστηκε το φυσικό του χώρο του και το κακοποίησε. Η λύση στο πρόβλημα δεν είναι βέβαια να απαρνηθεί τα υλικά του επιτεύγματα αλλά να σχεδιάσει μια ανάπτυξη λελογισμένη, με σεβασμό στο περιβάλλον.