Μάθημα : Γλώσσα Στ Δημοτικού

Κωδικός : 9520077123

9520077123 - ΕΛΕΝΗ ΧΕΛΙΩΤΗ

Γλωσσάριο

Ορισμός

η ιδιότητα και η συμπεριφορά του λαίμαργου, η διαρκής επιθυμία και απληστία: Tρώει / κοιτάζει με λαιμαργία.

Κατηγορία

Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες

URL

https://www.greek-language.gr/greekLang/modern_greek/tools/lexica/search.html?lq=%CE%BB%CE%B1%CE%B9%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%B3%CE%AF%CE%B1

Σχόλια

Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες

Ορισμός

που θέλει συνεχώς να τρώει, που είναι άπληστος στο φαΐ· : Tι λαίμαργο παιδί! 2. που τρώει βιαστικά και ακατάστατα. 3. (μτφ.) που τον χαρακτηρίζει η απληστία, η ισχυρή επιθυμία

Κατηγορία

Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες

URL

https://www.greek-language.gr/greekLang/modern_greek/tools/lexica/triantafyllides/search.html?lq=%22%CE%BB%CE%B1%CE%AF%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%B3%CE%BF%CF%82+-%CE%B7+-%CE%BF%22&dq=

Σχόλια

Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες

Ορισμός

κάνω αρπαγές με τη βία και σε μεγάλη έκταση (σε καιρό πολέμου)· πλιατσικολογώ, λαφυραγωγώ: Οι στρατιώτες λεηλατούσαν την πόλη επί τρεις μέρες. Λεηλατήθηκαν ακόμα και οι εκκλησίες. 2. ληστεύω, κατακλέβω: Οι κλέφτες μπήκαν στο διαμέρισμα / στο κατάστημα και το λεηλάτησαν. 3. (μτφ.) αντλώ, αντιγράφω σε μεγάλη έκταση: Πολλοί νεότεροι έχουν λεηλατήσει τη φρασεολογία και το ύφος του Kαβάφη.

Κατηγορία

Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες

URL

https://www.greek-language.gr/greekLang/modern_greek/tools/lexica/search.html?lq=%CE%BB%CE%B5%CE%B7%CE%BB%CE%B1%CF%84%CF%8E&dq=

Σχόλια

Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες