Μάθημα : ΔΕΣ ΤΟ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ

Κωδικός : 1201041971

1201041971 - ΙΩΑΝΝΑ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΥ-ΚΟΡΟΠΟΥΛΗ ΕΙΡΗΝΗ

Ενότητες μαθήματος

ΔΕΣ ΤΟ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ

Ο Όμιλος Ιστορίας προκηρύσσει εσωτερικό διαγωνισμό με αφορμή τα 200 χρόνια από την Έξοδο του Μεσολογγίου. Κάθε τμήμα καλείται να δημιουργήσει μια ψηφιακή αφήγηση μέχρι την Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου 2026. Για τη δημιουργία της ψηφιακής σας αφήγησης μπορείτε να αξιοποιήσετε το υλικό που βρίσκεται στο μάθημα αυτό ή να αναζητήσετε επιπλέον. Στο παρακάτω έγγραφο μπορείτε να βρείτε πολλές και διαφορετικές πηγές για να μάθετε για αυτό το σημαντικό ιστορικό γεγονός και την επίδρασή του στην τέχνη και τη ζωή των ανθρώπων. Η αφήγηση μπορεί να περιλαμβάνει κείμενο, εικόνες, βίντεο, φωτογραφίες, ποιήματα και τραγούδια για το γεγονός, τα πρόσωπα και τον τόπο. Η σύνδεσή της με κάποιο από τα πρόσωπα που έχουν δώσει το όνομά τους στις αίθουσες του σχολείου μας στο πλαίσιο του προγράμματος ΔΡΟΜΟΙ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ θα αποτελέσει κριτήριο για μεγαλύτερη βαθμολογία. Άλλα κριτήρια είναι: το περιεχόμενο, η ποικιλία πηγών, ο συνδυασμός κειμένου, ήχου και εικόνας, η πρωτοτυπία και οι ψηφιακές δεξιότητες.

Να δώσετε τον δικό σας τίτλο και να υποβάλετε την εργασία σας στο e-mail του σχολείου.

 

Η κριτική επιτροπή αποτελείται από τους/τις εκπαιδευτικούς:

1. Κατσάνο Γιάννη, ΠΕ02, διευθυντή

2. Λαλάκου Νικολέττα, ΠΕ86

3. Κοροπούλη Ειρήνη, ΠΕ02

 

Επισκόπηση της Νεοελληνικής Ιστορίας

«Η νέα πολιτική ηγεσία στάθηκε ανίκανη να οργανώσει τις εθνικές δυνάμεις και ν’ ανταπεξέλθει στους κινδύνους που είχε ν’ αντιμετωπίσει η Επανάσταση το 1825, όταν ο Μουχαμέτ Αλή, ο αντιβασιλιάς της Αιγύπτου, με τα τακτικά στρατεύματά του και τον ευρωπαϊκά οργανωμένο στόλο του, μπήκε ενεργά στον πόλεμο. Το 1825 ο Ιμπραήμ πασάς, ο γιος του Μουχαμέτ Αλή, αφού πρώτα κατάπνιξε την επανάσταση στην Κάσο και στην Κρήτη, αποβίβαζε σημαντικά ταχτικά στρατεύματα στην Πελοπόννησο. Για δυο χρόνια, απ’ το 1825 ως το 1827, ο Ιμπραήμ ρήμαζε τη χώρα. Με την κατάληψη του Μεσολογγίου (1826), που η θρυλική του "έξοδος" αναζωπύρωσε τον ευρωπαϊκό φιλελληνισμό, και με το πάρσιμο της Ακρόπολης των Αθηνών, οι Τούρκοι έγιναν κύριοι της Στέρεας Ελλάδας και η Επανάσταση φάνηκε ότι θα έσβηνε. Η κυβέρνηση, τρομοκρατημένη, δεν έκανε τίποτα σοβαρό για ν’ αντιμετωπίσει την κατάσταση. Είχε τοποθετήσει όλες τις ελπίδες της στη ξένη βοήθεια κι εμπιστευτεί στην Αγγλία την υπόθεση της Ανεξαρτησίας. Ωστόσο οι εθνικές δυνάμεις φαίνονταν ανεξάντλητες. Συσπειρωμένες γύρω απ' τον Κολοκοτρώνη στην Πελοπόννησο, τον Καραϊσκάκη στη Στερεά Ελλάδα, τον Μιαούλη και Σαχτούρη στη θάλασσα, αναζωογονούσαν την αντίσταση κι υποχρέωναν τις μεγάλες Δυνάμεις, Ρωσία, Αγγλία και Γαλλία, να επέμβουν στο Ελληνικό ζήτημα που, απ' την αρχή, διατάραζε τη διπλωματία τους.»


Σβορώνος Ν., Επισκόπηση της Νεοελληνικής Ιστορίας, Θεμέλιο, Αθήνα 1983, σ.70.

 

Μεσολόγγι, το έπος της μεγάλης πολιορκίας

«Από τα μέσα του καλοκαιριού του χρόνου αυτού [1825] γίνηκε φανερό σ’ όλους- και στους δικούς μας, και στους εχθρούς, και στους ξένους- πως μπροστά στο Μεσολόγγι παιζόταν το μέγα δράμα του αγώνα. Ορθώθηκε, η μικρή αυτή πολιτεία, δώδεκα μήνες άπαρτο ταμπούρι της λευτεριάς. Άγνωστη σχεδόν ως τότε, άρχισε να προφέρεται τ’ όνομά της από τα χείλια εκατομμυρίων ανθρώπων, για να γίνει, στο τέλος, θρύλος και δόξα.

Τα πάρσιμο της Τριπολιτσάς, η σφαγή της Χίου, τα κατορθώματα του Κανάρη και των άλλων μπουρλοτιέρηδων, η καταστροφή του Δράμαλη στα Δερβενάκια, οι νίκες των ναυτικών μας με τα σιτοκάραβά τους ενάντια στις τούρκικες φρεγάδες, τα Ψαρά, το χάνι της Γραβιάς, σπάζοντας τον επίσημο κλοιό της σιωπής, ξάφνιασαν τους λαούς, που ζούσαν κάτω από την αντιδραστική παλίρροια της Ιερής Συμμαχίας. Η ηρωική όμως άμυνα του Μεσολογγίου, η έξοδος και τ' ολοκαύτωμα, προκάλεσαν καθολική συγκίνηση και θαυμασμό. Ο τέτοιος δοξασμένος θάνατος δεν είταν, όπως φάνηκε την πρώτη στιγμή, το τέλος της πολύχρονης πάλης, μα η αρχή της δικαίωσης τόσων θυσιών. Μέσα από τα ερείπια και τις στάχτες της μικρής πολιτείας των φτωχών ψαράδων πρόβελνε, κόκκινη από το αίμα και μαύρη από το μπαρούτι, η λευτεριά.»


Φωτιάδης Δ., Μεσολόγγι, το έπος της μεγάλης πολιορκίας, Δωρικός, Αθήνα 1980, σ.47-48.

 

Απομνημονεύματα της Επαναστάσεως των Ελλήνων

«Από τα μέσα Φεβρουαρίου (1826) άρχισαν πολλαίς φαμελλιαίς να υστερούνται το ψωμί. Μια Μεσολογγίτισσα, Βαρβάρηνα ωνομάζετο, ήτις περίθαλπεν ασθενήν (και) τον αυτάδελφόν μου Μήτρον, ετελείωσεν την θροφήν της και μυστικά (μαζί) με άλλαις δύο φαμελλιαίς Μεσολογγίτικες, έσφαξαν ένα γαϊδουράκι και το έφαγαν. Ταις ηύρα οπού έτρωγαν ερώτησα που ηύραν το κρέας και τρόμαξεν η ψυχή μου όταν άκουσα ότι ήτον γαϊδούρι. Μια συνδροφιά στρατιωτών Κραβαριτών είχεν έναν σκύλον και, κρυφά και αυτοί, τον έσφαξαν και τον μαγείρευσαν. Εμαθητεύθη και τούτο. Ημέραν παρ' ημέραν αυξάνουσα η πείνα, έπεσεν και η πρόληψις και όλα του να τρώγουν ακάθαρτα και άρχισαν αναφανδόν πλέον να σφάζουν άλογα, μουλάρια και γαϊδούρια και ακόμη να τα πωλούν μία λίρα την οκά οι ιδιοκτήται (των) και πού να προφθάσουν; Τρεις ημέραις απέρασαν και τελείωσαν και αυτά τα ζώα… Ο συνεργάτης του κου Γ. Μεσθενέα τυπογράφου, καθήμενος εις την οικίαν μας, έσφαξεν και έφαγεν μίαν γάταν και έβαλεν τον ψυχογυιόν του Στορνάρη και εσκότωσαν άλλην μίαν. Τούτος υπέμνησεν εις τους άλλους (να πράξουν το ίδιον) και εις ολίγαις ημέραις γάτα δεν έμεινεν. Ο Αγιομαυρίτης ιατρός (Π. Στεφανίτσης) εμαγείρευσεν τον σκύλον του με λάδι, από το οποίον είχαμεν αρκετόν και επαινούσεν το φαγί του ότι ήτον το πλέον νοστιμώτερον.»


Κασομούλης Ν., Απομνημονεύματα της Επαναστάσεως των Ελλήνων 1821-1833, τ.Β’, εισ.-σχόλια Γιάννη Βλαχογιάννη, σ.241-242.

 

Η γέννηση ενός κράτους-έθνους

«Στις 4 Απριλίου του 1826 απεσταλμένοι των Οθωμανών διεμήνυσαν στους πολιορκημένους να παραδοθούν, για να λάβουν όμως την παρακάτω αρνητική απάντηση: "Η φρουρά του Μεσολογγίου απέδειξεν εναργέστατα εν ήδη έτος τίνι τρόπω παραδίδει τα όπλα ες τους εχθρούς της. Επολέμησε και θέλει πολεμήσει και έως την υστερινήν ημέραν με όλην την γενναιότητα και αν μέχρι τέλους δεν ιδή καμμίαν βοήθειαν, τότε πάλιν θέλει ορμήσει καθ' υμών και ή θέλει αποθάνει ενδόξως εντός των οχυρωμάτων σας και των στρατοπέδων σας, ή θέλει εξέλθει με το ξίφος εις τας χείρας, αφού πρώτον διασπείρει εις όλους υμάς τον όλεθρον".»


Μιχαηλίδης Ι., 1821 Η γέννηση ενός κράτους-έθνους. Ο Αγώνας των Ελλήνων, ΣΚΑΪ-Βιβλίο, Αθήνα 2010, σ.119.

Μεσολόγγι, το έπος της μεγάλης πολιορκίας

«Όταν η είδηση της άλωσης του Μεσολογγίου και της εξόδου μαθεύτηκε νύχτα στο Παρίσι, οι φοιτητές σχηματίζουν, τα μεσάνυχτα, μια πρόχειρη διαδήλωση, τρέχουν στο παλάτι, ζητωκραυγάζουν για την Ελλάδα και ζητούν από το βασιλιά Κάρολο να επέμβει για να δοθεί λευτεριά στους Έλληνες.

Τόση είναι η δημοτικότητα της πολύκροτης πολιορκίας, που σ’ αρκετές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, για να ικανοποιήσουν τη δίψα του κοινού, ανεβάζουν θεατρικά έργα με υποθέσεις παρμένες απ’ αυτή. Στο Λονδίνο παίζεται ένα μελόδραμα και στο Παρίσι το θέατρο Οντεόν ανεβάζει, στις 10 του Απρίλη 1828, το σε στίχους δράμα του G. Ozaneaux "Η τελευταία μέρα του Μεσολογγίου". Κύρια πρόσωπα σ’ αυτό είναι ο Νότης Μπότσαρης, ο Καψάλης, ο Τζαβέλας, ο Μάγερ, ο Θέμελης, ο Ταχίρ πασάς, αγωνιστές κι ο λαός του Μεσολογγίου. Το δράμα τελειώνει με την ανατίταξη της μπαρουταποθήκης από τον Καψάλη. Ο Ουγκώ γράφει τον Ιούνη του 1826 τα "Κεφάλια του Σεραγιού".»


Φωτιάδης Δ., Μεσολόγγι, το έπος της μεγάλης πολιορκίας, Δωρικός, Αθήνα 1980, σ.47-48.

 

Οι γυναίκες της Εξόδου

«Οι γυναίκες του Μεσολογγίου εξευγενίστηκαν από τον Πόνο. Κάποτε ήταν κι αυτές χαρούμενες και "καθημερινές", αδήριτη όμως ανάγκη τις έκανε να ξεχάσουν τον εαυτό τους, να παραμερίσουν την υπερηφάνεια τους και πολλές φορές να αντροποιηθούν. Υπομένουν χωρίς μεμψιμοιρίες και παράπονα, γιατί, με τη βαθιά τους αίσθηση των πραγμάτων, νιώθουν πως "παράπονο χαμός καιρού σ' ό,τι κανείς κι αν χάσει". Από τις πρώτες μέρες της πολιορκίας, με θάρρος κι απλότητα- λες κι αυτός ήταν ο φυσικός τους ρόλος- ανακατεύονται με τους άντρες, κουβαλάνε πολεμοφόδια, λιώνουν εχθρικά βλήματα ή μολύβια απ' τα δίχτυα τους και φτιάχνουν βόλια, αλέθουν σκόνες κι αλοιφές για τους τραυματίες, σκίζουν απ' τα σεντόνια τους λουρίδες για επιδέσμους, κουβαλάνε πέτρες κι επισκευάζουν τα γκρεμισμένα τείχη κι όταν οι πέτρες σωθούν, γκρεμίζουν τα σπίτια τους και παίρνουν άλλες. Και μαζί μ' όλα αυτά, και με τις δουλειές του σπιτιού και τη φροντίδα των παιδιών, έχουν πάντα δίπλα τους το καρυοφίλι, το σπαθί, το μαχαίρι, γιατί τώρα το επάγγελμά τους είναι ο πόλεμος.»


Κορδόση Α., «Οι γυναίκες της Εξόδου», Μεσολόγγι, Επτά Ημέρες-Η Καθημερινή, Αθήνα 24.4.1994, σ.8.