Δεν λυγάνε τα ξεράδια και πονάνε τα ρημάδια!
Κούτσα μία και κούτσα δυο της ζωής το ρημαδιό!
Μεροδούλι ξενοδούλι! Δέρναν ούλοι, αφέντες, δούλοι,
ούλοι: δούλοι, αφεντικό και μ’ αφήναν νηστικό.
Ανωχώρι, Κατωχώρι, ανηφόρι, κατηφόρι,
και με κάμα και βροχή, ώσπου μου `βγαινε η ψυχή.
Είκοσι χρονώ γομάρι, σήκωσα όλο το νταμάρι
κι έχτισα, στην εμπασιά του χωριού την εκκλησιά.
Και ζευγάρι με το βόδι, (άλλο μπόι κι άλλο πόδι),
όργωνα στα ρέματα, τ' αφεντός τα στρέμματα.
Και στον πόλεμο "όλα για όλα", κουβαλούσα πολυβόλα,
να σκοτώνονται οι λαοί για τ’ αφέντη το φαΐ.
Χάιντε θύμα, χάιντε ψώνιο, χάιντε Σύμβολον αιώνιο!
Αν ξυπνήσεις, μονομιάς θα ‘ρτει ανάποδα ο ντουνιάς.
Koίτα! Οι άλλοι έχουν κινήσει κι έχει η πλάση κοκκινίσει
κι άλλος ήλιος έχει βγει σ’ άλλη θάλασσ' άλλη γη.