Μάθημα : Νεοελληνική Λογοτεχνία _ Β' Λυκείου
Κωδικός : EL1167181
Ποιήματα για το βιβλίο

Στην ενότητα αυτή θα βρείτε ποιήματα που γράφτηκαν για τα βιβλία, για τους κόσμους που δημιουργούν, για τα ταξίδια που μας προσκαλούν να κάνουμε, για τις προκλήσεις που ορθώνουν μπροστά μας...
Emily Elizabeth Dickinson,«Ένα βιβλίο»
«Δεν υπάρχει φρεγάτα σαν ένα βιβλίο
Να μας πάει χώρες μακριά,
Ούτε ίππος ταχύς σαν μια σελίδα
Καλπάζουσας ποίησης.
Αυτό το πέρασμα μπορεί να το διασχίσει και ο φτωχότερος
Χωρίς την τυραννία διοδίων·
Πόσο λιτή είναι η άμαξα
Που μεταφέρει μια ανθρώπινη ψυχή!»
Άρης Αλεξάνδρου, Το Βιβλίο
(«Ευθύτης οδών» (1959). «Ποιήματα (1941-1974)» β΄ έκδοση, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1981, σελ. 101)
Είχανε ξεχάσει ποιο είταν το βιβλίο
συμφωνούσαν όμως όλοι πως το διάβαζε την ώρα που μπήκαν
στην ακτίνα
μ’ έναν μακρύ κατάλογο.
Διάβαζε κι όταν έγινε σιωπή κ’ οι αρβύλες των φυλάκων
ηχούσαν στο προαύλιο σαν τα χώματα που πέφτουν πάνω
στην νεκρόκασα.
Διάβαζε κι όταν πέρναγαν έναν-έναν τους θαλάμους κι
ακουγόντουσαν ξερά επίθετα κι ονόματα
και το πατρώνυμο στο τέλος
χαριστική βολή.
Σε ποιό σπίτι σε τί δέντρα να τον είχε παρασύρει το βιβλίο
σε ποιό βράχο νά ‘χε κάτσει με τα γυμνά του πόδια μες στον
αφρό της θάλασσας
δεν ήξερε κανένας να μου πει.
Μόνο πως όταν τον διακόψαν
τό ‘κλεισε με παράπονο κ’ είπε πως είταν όμορφο
κρίμα που δεν τού ‘μεινε καιρός να το τελειώσει.
Θα προσπαθήσω να το βρω εκείνο το βιβλίο.
Θα τ’ ανοίξω στην τσακισμένη του σελίδα
και
αν αξιωθώ
θα το διαβάσω ως το τέλος.
Νίκος Καρούζος, «Ρομαντικός επίλογος»
( Τα ποιήματα, τ. Α’, Ίκαρος)
«Μη με διαβάζετε όταν δεν έχετε
παρακολουθήσει κηδείες αγνώστων
ή έστω μνημόσυνα.
Όταν δεν έχετε
μαντέψει τη δύναμη
που κάνει την αγάπη
εφάμιλλη του θανάτου.
Όταν δεν αμολήσατε αητό την Καθαρή Δευτέρα
χωρίς να τον βασανίζετε
τραβώντας ολοένα το σπάγγο.
Όταν δεν ξέρετε πότε μύριζε τα λουλούδια
ο Νοστράδαμος.
Όταν δεν πήγατε τουλάχιστο μια φορά
στην Αποκαθήλωση.
Όταν δεν ξέρετε κανέναν υπερσυντέλικο.
Αν δεν αγαπάτε τα ζώα
και μάλιστα τις νυφίτσες.
Αν δεν ακούτε τους κεραυνούς ευχάριστα
οπουδήποτε.
Όταν δεν ξέρετε πως ο ωραίος Modigliani
τρεις η ώρα τη νύχτα μεθυσμένος
χτυπούσε βίαια την πόρτα ενός φίλου του
γυρεύοντας τα ποιήματα του Βιγιόν
κι άρχισε να διαβάζει ώρες δυνατά
ενοχλώντας το σύμπαν.
Όταν λέτε τη φύση μητέρα μας και όχι θεία μας.
Όταν δεν πίνετε χαρούμενα το αθώο νεράκι.
Αν δεν καταλάβατε πως η Ανθούσα
είναι μάλλον η εποχή μας.
ΠΡΟΣΟΧΗ
ΧΡΩΜΑΤΑ.
Μη με διαβάζετε
όταν έχετε δίκιο.
Μη με διαβάζετε όταν
δεν ήρθατε σε ρήξη με το σώμα.
Ώρα να πηγαίνω
δεν έχω άλλο στήθος.»
Κώστας Ουράνης, Τα βιβλία
(Ποιήματα, σ. 209, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», 1953)
Με τους παλιούς και σκοτεινούς μάγους (όπου μπορούσαν,
με φίλτρα, σολομωνικές και με την αλχημεία,
να ξέρουνε το κάθε τί, να ‘ναι παντού οπού θέλουν,
να κάνουνε τ’ αδύνατα) — μοιάζουνε τα Βιβλία.
Κάθε που πιω απ’ τα φίλτρα τους και μπω στη συντροφιά τους,
του Χρόνου και της Έκτασης οι νόμοι σταματάνε,
υψώνουμαι έξω απ’ τη Ζωή για μπαίνω μέσα σ’ όλα
κ’ οι Αιώνες απ’ τα μάτια μου τα εκστατικά περνάνε.
Μπορώ να παίρνω την ψυχή ανθρώπων πεθαμένων
και την πικρή τους ή λαμπρή να ξαναζώ ιστορία,
κάνω δική μου των λαών την άπειρη σοφία
κι όταν σαλεύει μέσα μου της αλλαγής ο πόθος,
όπως του Γκαίτε οι μάγισσες κ’ εγώ, καβαλικεύω
ένα Βιβλίο — και στον πλατύ τον κόσμο ταξιδεύω.
Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Ένας αναγνώστης
(Ποιήματα, Μετάφραση, εισαγωγή, σχόλια: Δημήτρης Καλοκύρης, Εκδόσεις: Ελληνικά Γράμματα, 2006)
Άλλοι, ας καυχηθούν για τις σελίδες που έχουν γράψει’
εγώ, είμαι περήφανος για κείνες που έχω διαβάσει.
Μπορεί να μην υπήρξα φιλόλογος,
ή να μην έχω ερευνήσει τις πτώσεις, τις εγκλίσεις τις δύσκολες
μεταφωνίες των γραμμάτων,
το δέλτα που μετατρέπεται σε ταυ
την ισοδυναμία του χι με το κάπα,
αλλά, χρόνο με το χρόνο, μ’ έχει κυριέψει
ένα πάθος για τη γλώσσα.
Τις νύχτες μου γεμίζει ο Βιργίλιος¨
έχοντας μάθει κάποτε και έχοντας ξεχάσει τα λατινικά
μένει κάποιο όφελος, γιατί η λησμονιά
είναι μία από τις πλευρές της μνήμης, το αχανές κελάρι της,
η άλλη όψη, η μυστική, του νομίσματος.
Και καθώς έσβηναν από τα μάτια μου
οι πρόσκαιρες αγαπημένες μορφές,
τα πρόσωπα, οι σελίδες,
αφοσιώθηκα στη μελέτη της δύσκαμπτης γλώσσας
που χρησιμοποιούσαν οι προγονοί μου τραγουδώντας
για σπαθιά και μοναξιές,
και τώρα, ύστερα από εφτά αιώνες,
από την Έσχατη Θούλη,
φτάνει ως εμένα η φωνή σου, Σνόρι Στούρλουσον.
Ο νέος, ανοίγοντας το βιβλίο, σπουδάζει έναν συγκεκριμένο κλάδο
ζητώντας να αποκομίσει μια επακριβή γνώση’
στην ηλικία την δική μου, κάθε τέτοιο τόλμημα είναι μια περιπέτεια
που αγγίζει τα όρια της απόγνωσης.
Δεν θα μπορέσω ποτέ ν΄ αποκρυπτογραφήσω τις πανάρχαιες γλώσσες του Βορρά,
κι ούτε να βυθίσω τα άπληστα χέρια μου στο χρυσάφι του Σίγκουρντ’
το έργο που αναλαμβάνω είναι ανεξάντλητο
και θα με συντροφέψει μέχρι τέλους,
πάντα εξίσου αινιγματικό καθώς το σύμπαν
ή και καθώς εγώ, ο αρχάριος.